Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Οι Ρώσοι στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ (DEDEAGATCH)



ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1877-1878

(RUSSO-TURKISH WAR 1877-1878)

Η αποτυχία της διάσκεψης της Κωνσταντινούπολης τον Δεκέμβριο του 1876 και η άρνηση της Πύλης να αποδεχθεί τη διακήρυξη στην οποία κατέληξαν οι μεγάλες δυνάμεις που συμμετείχαν στη διάσκεψη, δηλαδή την αυτονομία της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, την αυτονομία της Βουλγαρίας βορείως του Αίμου και μεταρρυθμίσεις για τους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καθώς και μαζί οι τουρκικές βιαιότητες εις βάρος των βουλγάρων, έδωσαν την αφορμή στη Ρωσία να κηρύξει στις 12/24 Απριλίου 1877 τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η κήρυξη του πολέμου από τη Ρωσία, καθόρισε σημαντικά τις εξελίξεις στην Ευρώπη και έφερε μια ίλη λογχοφόρων της Πετρουπόλεως στην αρτισύστατη τότε πόλη μας. Η ανάμνηση μάλιστα του γεγονότος αυτού και του θανάτου 30 Ρώσων από τύφο αποτέλεσε την αφορμή να γίνει σχετική εορτή φέτος την 28η Οκτωβρίου 2011 και να εγκαινιαστεί ένα μνημείο στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Νικολάου.

«Εικόνα 1: Ρωσοι επιτίθενται σε Τουρκους στο Πλέβεν.»

Ο πόλεμος ξεκίνησε στην περιοχή της Πλέβνα (σημερινό Πλέβεν στη βόρεια Βουλγαρία), η οποία αποτελούσε το κλειδί για την είσοδο του ρωσικού στρατού στο νότιο μέρος της Βαλκανικής χερσονήσου. Το ρωσικό στρατό διοικούσε ο μέγας δούκας Νικόλαος, αδερφός του τσάρου Αλέξανδρου Β΄.
Η αντίσταση του Οθωμανικού στρατού, στον οποίο είχαν προστεθεί βασιβοζούκοι, Κιρκάσιοι, Ζειβέκοι και οπλισμένοι μουσουλμάνοι χωρικοί, δεν ήταν αρκετή για να ανακόψει τη κάθοδο των Ρώσων. Ο πόλεμος ήταν καταστρεπτικός για όλες τις πλευρές. Ο Κωνσταντίνος Λουρεντζής στο βιβλίο του, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟ - ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ», που εξέδωσε το 1890 μας λέει ότι
«εάν οι τούρκοι εισήρχοντο εν τινι χριστιανικώ χωρίω, πάραυτα επυρπόλουν αυτό, αι γυναίκες και τα παιδία εφονεύοντο, εν συντόμω δε η σφαγή ήνε εντελής. Ωσαύτως εάν οι χριστιανοί εύρισκον τουρκικόν τι χωρίον εις απόστασιν τινά της μεγάλης οδού η αυτή τύχη επεφυλάσσετο αυτώ χάριν αντεκδικήσεως.»
Το μικρό Δεδεαγατς ήδη από τους πρώτους μήνες του πολέμου λόγω του λιμανιού και του σιδηροδρόμου υποδέχεται τουρκικά στρατεύματα, που προωθούνται στο μέτωπο. Το πρωινό μάλιστα της 19ης Ιουλίου 1877 με έκπληξη είδαν οι λιγοστοί κάτοικοι της πόλης να έχουν συγκεντρωθεί τα πρώτα ατμόπλοια έξω από το μικρό λιμάνι, τα οποία μετέφεραν την μεραρχία του Σουλευμάν πασά (Suleiman Pasha), που επιβιβάστηκε στο Αντίβαρι (σημερινό Antìvari στο Μαυροβούνιο) και ήρθε να ενισχύσει την άμυνα της Αδριανούπολης. Διαβάζουμε σε άρθρο του Νεολόγου της 16/28 Ιουλίου
«Ο Σουλευμάν πασσάς, …, αφίκετο την Παρασκευήν εις Δεδεαγάτς μετά πάντων των υπ’αυτόν στρατευμάτων. Αμέσως ήρξατο η αποβίβασις των στρατευμάτων και πολεμικού υλικού από των πλοίων και η δια του σιδηροδρόμου μεταφορά αυτών εις Αδριανούπολιν».

«Εικόνα 2: Νίκη Ρώσων στα χιονισμένα βουνά της Θράκης.»

Το κατόρθωμα του Σουλευμάν πασά δεν κατόρθωσε να αναχαιτίσει την προέλαση των ρώσων με αποτέλεσμα έξι μήνες αργότερα, στις 10 Ιανουαρίου 1878, ο στρατηγός Σκόβελεφ (Mikhail Dmitrievich Skobelev) με το επιτελείο του να εισέρχεται στην Αδριανούπολη. Την προηγουμένη, όπως πληροφορούμαστε από Νεολόγο της 10-1-1878, αποχώρησε με κατεύθυνση προς το Δεδεαγατς ο πολιτικός Διοικητής της Αδριανούπολης:
«Η τελευταία αμαξοστοιχία, η προς το Δεδε αγάτς, φέρουσα τον πολιτικόν διοικητήν Δζεμίλ πασσάν και τα αρχεία, απήλθεν εξ Αδριανουπόλεως τη 1ωρ. της πρωίας» 
Η προέλαση των Ρώσων προκάλεσε μεγάλο κύμα μουσουλμάνων προσφύγων, ιδίως της Βουλγαρίας, που εγκατέλειπαν τις εστίες τους στη Θράκη και κατευθύνονταν στην Κωνσταντινούπολη. Το Δεδεαγατς δέχθηκε χιλιάδες τέτοιους πρόσφυγες λόγω του λιμανιού του:
«Χθές κατέπλευσεν έκτακτον αυστριακόν εκ Τεργέστης, η «Καλυψώ» προσεγγίσαν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως είς Δεδέαγατς και παραλαβόν υπέρ τους δισχιλίους πρόσφυγας.» (Νεολόγος 18-1-1878). 
«Το σήμερον καταπλεύσαν γαλλικόν ατμόπλοιον της εταιρίας «Φραισσινέ» προσεγγίσαν εκ Θεσσαλονίκην, είς Δεδεαγατς και είς Καλλίπολιν, εκόμισε περί τους 1300 πρόσφυγες, τους πάντες σχεδόν μουσουλμάνους εκ Δεδέαγατς. Εκ Θεσσαλονίκης ολίγιστοι επέβησαν του ατμοπλοίου, εκ δε Καλλιπόλεως μόνον η οικογένεια του εκεί πράκτορος της εταιρίας, καθόσον το ατμόπλοιον πλήρες ον δεν ηδύνατο να παραλάβη άλλους. Υπήρχον εν τούτοις πλείστοι όσοι έτοιμοι προς αναχώρησιν. Εκ του ατμοπλοίου εφαίνοντο μακράν επί των υψωμάτων πλήθος φυγάδων «Κιρκασίων» ως υπετέθη, κατερχομένων προς Καλλίπολιν. Πλείστοι πρόσφυγες αφίκοντο σήμερον το πρωί δια του σιδηροδρόμου είς Σιρκετζι ισκελεσί. (Κωνσταντινούπολη)» (Νεολόγος 23-1-1878).

«Εικόνα 3: Οθωμανοι προσφυγες στο ρωσοτουρκικό πόλεμο.»

Χαρακτηριστικό ήταν το τηλεγράφημα του Έλληνα υποπροξένου από το Δεδέαγατς ότι συνεχώς έφταναν βαγόνια γεμάτα από πρόσφυγες και Κιρκάσιους και υπήρχε φόβος να διασαλευτεί η τάξη. Ως τις 11 Ιανουαρίου του 1878 στην Κωνσταντινούπολη είχαν συγκεντρωθεί 100 χιλιάδες πρόσφυγες, τρομοκρατημένοι από τους Ρώσους που πλησίαζαν, ενώ σ' όλη τη Θράκη επικρατούσε χάος, όπως ανέφερε στην έκθεσή του (16-01-1878) ο Έλληνας Υποπρόξενος στο Δεδέαγατς. Καθώς η προέλαση του Ρωσικού στρατού συνεχιζόταν οι τούρκοι πανικόβλητοι ζήτησαν ανακωχή, η οποία υπογράφτηκε στην Αδριανούπολη την 18η/30η Ιανουαρίου 1878. Η ανακοίνωση όμως της ανακωχής άργησε να φτάσει σε όλες τις ρωσικές μονάδες. Ο Κωνσταντίνος Λουρεντζης στο πιο πάνω βιβλίο του γράφει:
«Εν τοσούτω επειδή η ανακωχή δια την συνομολόγησιν της οποίας προ δεκαπενθημερίας διεπραγματεύοντο δεν είχεν εισέτι υπογραφή, ο μέγας δούξ Νικόλαος διέταξε τον Σκόβελεφ να εξακολουθήση την επί τα πρόσω πορείαν αυτού. Επομένως ο μεν Στρουκώφ μετά των ιππέων αυτού διηυθύνετο προς την Κωνσταντινούπολι δια της διπλής οδού των Σαράντα Εκκλησιών και του Λουλέ Βουργάς, η δε 2α μεραρχία του ιππικού της φρουράς στηριζομένη υπό μιάς φάλαγγος πεζικού και διοικουμένου υπό του στρατηγού Σνιτνικώφ απεστάλη προς την διεύθυνσιν της Καλλιπόλεως δια των οδών του Διδυμοτείχου και του Ουζούν - κιοπρού. Τη 14/26 Ιανουαρίου του Σνιτνικώφ καταλαβόντος αμφοτέρας τας πόλεις οι κάτοικοι τούτων μωαμεθανοι τε και χριστιανοί παρουσιάζοντο προ των ρώσσων οίτινες απελευθέρουν αυτούς των κιρκασίων προσφέροντες αυτοίς, ως έδει, τον άρτον και το άλας. Εις Ουζούν - Κιοπρού περιήλθεν εις την κατοχήν αυτών απέραντος αποθήκη ζωοτροφιών και διπυρίτου.»
Στην επίθεση αυτή οι Ρώσσοι επιτελικοί αμέσως κατάλαβαν τη σπουδαιότητα της κατάληψης του Δεδεαγατς.
«Ενώ ο συνταγματάρχης Κουτεινκώφ μετέβαινεν εις την τελευταίαν ταύτην θέσιν(μεταξύ Βααβά - Εσκή και Λουλέ Βουργάς), ίλη τις των λογχοφόρων της Πετρουπόλεως διοικουμένη υπό του λοχαγού Σβέτ απεστάλη εις τον σταθμόν του Παύλου (Πυθίου) κείμενον μεταξύ Λουλέ - Βουργάς και Βουργάς - Κουλεμά ένθα υπήρχε διακλάδωσις τις του σιδηροδρόμου διευθυνομένη δια Διδυμοτείχου και Δεδέ Αγάτς εις το Αιγαίον. Η ίλη αύτη 75 χιλιόμετρα διανύσασα και καταλαβούσα τον σταθμόν του Παύλου τότε μόνον ηνώθη μετά του συντάγματος οπόταν έμαθον ότι το Λουλέ - Βουργάς περιήλθεν εντελώς εις την εξουσίαν αυτού. Αι δυο αύται εκστρατείαι εντελώς επιτυχούσαι τα μέγιστα ωφέλησαν σύμπαντα τον ρωσσικόν στρατόν διότι ένεκα της κατοχής του Παύλου και του Λουλέ - Βουργάς ούτος έταμεν ολοσχερώς την διακλάδωσιν του Διδυμοτείχου - Δεδέ-Αγάτς καθ ην εποχήν ευρίσκοντο εν τω τελευταίω τούτω σταθμώ 200 σιδηροδρομικαί άμαξαι και 5 ατμάμαξαι αίτινες θα επετάχυνον την μεταφοράν των στρατευμάτων του πυροβολικού, των ζωοτροφιών και πολεμοφοδίων εις τα τελευταία σημεία της επί τα πρόσω πορείας αυτού.»

«Εικόνα 4: Dedeagatch 1887 W. Cohran.»


Έτσι λοιπόν ένα τμήμα του Ρωσικού στρατού που ακολούθησε νοτιοδυτική πορεία έφτασε στο Δεδεαγάτς, το οποίο απελευθέρωσε την 23η Ιανουαρίου 1878 (παλιό ημερολόγιο). Διαβάζουμε σχετικά σε εφημερίδες της εποχής:
«Νεωτέρων ειδήσεων περί της ανακωχής και της ειρήνης στερούμεθα. Φαίνεται όμως ότι ή δεν εστάλησαν έτι οριστικαί διαταγαί είς πάντα τα ρωσσικά στρατηγεία περί αναστολής των εχθροπραξιών, ή ότι άλλως καθορίζεται εν τη ανακωχή εκτός των ήδη κατεχομένων ή κατοχή και άλλων τινών μερών υπό των ρωσσικών στρατευμάτων. Ούτω φερ΄ ειπείν, οι Ρώσσοι ουδόλως ανέστειλαν την προς το Δεδεαγάτς προέλασιν, τουναντίων δε συντόνως αυτήν εξακολουθήσαντες κατέλαβον χθές την 2 ½ ώραν μ.μ. τον ειρημένον λιμένα. Λέγεται δε προς τούτοις ότι θέλουσι καταλάβει και την Τσατάλδζαν και τα πέριξ.» (Νεολόγος 24/5-2-1878). 
«Εκτός της εμφανίσεως των Ρώσσων εις Ορμανλή, έτερον απόσπασμα κατέλαβε την Σηλυβρίαν αφού προσεκάλεσε τον Χεδαχέτ πασσάν να κενώση την πόλιν. Ωσαύτως οι Ρώσσοι, επλησίασαν την παραλίαν εις τα πέριξ της Καλλιπόλεως, όπου και συνέστησαν διαφόρους σταθμούς προς διατήρησιν της ησυχίας και τάξεως, ενώ έτερον απόσπασμα εκ Διδυμοτείχου κατερχόμενον μετέβη εις Δεδέ Αγάτς και κατέσχε 140 αμάξας σιδηροδρομικάς και τρεις ατμαμάξας.» (Βυζαντίς 27-1-1878)
«Η κατάληψις του Δεδεαγάτς εγένετο, φαίνεται, επί τω κυρίω σκοπώ του να καταλάβωσιν εν τω κεντρικώ εκείνω σταθμώ το εκεί συσσωρευθέν υλικόν της εταιρίας συμποσούμενον, ως λέγεται, εις πλείους των 140 σιδηροδρομικών αμαξών μετά πολλών ατμαμαξών. Το υλικόν τούτο τα μέγιστα διευκολύνει τας συγκοινωνίας και τας επισιτίσεις των Ρώσσων. Φαίνεται δε ότι εκείθεν εποιήσαντο προελάσεις τινάς, προς τον κόλπον του Σάρου, όπου λέγεται ότι κατέλαβον παράλια τινα σημεία.» (Νεολόγος 25/6-2-1878)

Μάλιστα γύρω από το Δεδεαγατς οι Ρώσοι κατέλαβαν και πλούσια λεία που είχαν εγκαταλείψει Κιρκάσιοι από τις λεηλασίες τους στα χριστιανικά χωριά.
«Καθά πληροφορούμεθα, οι Ρώσσοι κατέλαβον εν τοις πέριξ του Δεδεαγατς 4.000 αμάξας Κιρκασίων περιεχούσας λείας διαφόρους εκ διαρπαγών και λοιπών περιουσιακών κατορθωμάτων προερχομένας,υποτιθεμένας δε ότι προέρχονται εκ των περί την Βιζύην χωρίων. Αι άμαξαι αύται διατελούσι νύν υπό την κατοχήν των Ρώσσων».(Νεολόγος 28/10-2-1878).

«Εικόνα 5: Το Δεδεαγατς στο τέλος του 20ου αιώνα.»

Πως όμως ήταν η πόλη μας όταν την αντίκρισαν οι Ρώσοι: Στο γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό «Itineraire descriptif, historique et archeologique de l'Orient, / par le Dr Emile Isambert», που εκδόθηκε τα χρόνια 1873 - 1883 αναφέρεται στη διαδρομή από Αδριανούπολη προς το Αιγαίο πέλαγος η αρτισύστατος τότε πολίχνη του Δεδεαγατς, δημιούργημα του σιδηροδρόμου:
«Άλλοι σταθμοί σε αυτή τη γραμμή είναι νέα χωριά, εκτός από το Feredjik ή Vira, η αρχαία Dyma. Η γραμμή ακολουθεί αρκετά κοντά τον ποταμό, που μπορεί να την απειλήσει με τις υπερχειλίσεις του, και έχει επίσης εγκατασταθεί με σταθερότητα από τους Γάλλους μηχανικούς που την έφτιαξαν. Πλησιάζοντας στη θάλασσα, αλλά και μακριά από τις εκβολές του ποταμού, κλίνει προς τα δυτικά. Περνώντας από κοντά από την τοποθεσία της αρχαίας Trajanopolis καταλήγει, μετά από μια πορεία από 149 χιλιόμετρα, στο Dedeagh. Αυτή η τοποθεσία, πριν εντελώς άγνωστη και σχεδόν έρημη, βρίσκεται μεταξύ Αίνου και MACRI. Θα δούμε τώρα μερικά σπίτια, και μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την αρχή του σχηματισμού της πόλης που θα πρέπει να λάβει μια γρήγορη ανάπτυξη, γιατί είναι προορισμένη να γίνει η εξαγωγική αποθήκη όλων των γεωργικών προϊόντων της κοιλάδας του Έβρου. Δεν είναι γνωστοί, ωστόσο, οι λόγοι γιατί προτιμήθηκε αυτή η έρημη παραλία από την αρχαία πόλη της Αίνου, της οποίας θα μπορούσαν να επεκτείνουν εύκολα το λιμάνι. Είναι αμφίβολο ότι είναι ακόμα πιο ασφαλής (η νέα τοποθεσία) από ό, τι το παλιό κέντρο του πληθυσμού, η αύξηση όμως του πληθυσμού θα βελτιώσει τις συνθήκες υγιεινής. Παρ 'όλα αυτά, η κατασκευή του Dedeagh περιλαμβάνει μια προβλήτα, που χτίστηκε για τη σιδηροδρομική υπηρεσία, η οποία επιτρέπει να εκφορτώνουν τα υλικά κατασκευής και λειτουργίας του σιδηροδρόμου, εμπορικά καταστήματα, το σπίτι του διευθυντή, το κτίριο του σταθμού, σε φάση ολοκλήρωσης, λίγα σπίτια και πληθυσμό που αποτελείται από εργαζομένους που σύντομα θα μπορεί να αντικατασταθεί από τους ναυτικούς και τους εμπόρους.»
Σε άλλο γαλλικό οδηγό στατιστικό και εθνογραφικό για τους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που εκδόθηκε τη χρονιά που ήρθαν στην πόλη μας οι Ρώσοι, ενώ γίνεται αναφορά για τη Μαρώνεια, τη Μάκρη, τις Φέρες και την Αίνο δεν περιλαμβάνεται το Δεδεαγατς παρά μόνο στην περιγραφή της Αίνου γίνεται η εξής μνεία:
«Από την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Αδριανούπολης - Δεδεαγατς, η Αίνος έχει χάσει μεγάλο μέρος της οικονομικής της δραστηριότητας, και οι κάτοικοι της δεν συνεχίζουν να κάνουν θυσίες για τη διατήρηση ενός νοσοκομείου και 5 σχολών.» (LES GRECS DE L’EMPIRE OTTOMAN ETUDE STATISTIQUE ET ETHNOGRAPHIQUE. A. SYNVET-CONSTANINOPLE 1878)

«Εικόνα 6: Το Δεδεαγατς, απόληξη της γραμμής Ανατολικών σιδηροδρόμων σε χαρτη του Bianconi 1885.»

Άλλη μια περιγραφή της πόλης συναντούμε στην έκθεση του Ν. Γεννάδη, Προξένου Αδριανούπολης, στις 17-08-1877, όπου αναφέρεται ότι:
«Το Δεδέαγατς, που είναι και κεφαλή του σιδηροδρόμου, όλως αλίμενον μέρος, είναι αρτισύστατος εμπορική κωμόπολις. Εν αυτή ουδέ οχύρωμα τι, ουδέ στρατιωτική φρουρά υπάρχει. Από Δεδέαγατς εις Αδριανούπολιν φθάνει τις διά του σιδηροδρόμου, διανύοντος 24 χιλιόμετρα ανά πάσαν ώραν, εις 7 ώρας. Υπάρχουσι δ' εν τη γραμμή ταύτη οι εξής σταθμοί: Φερρών, Μπιτικλί (Τυχερό), Σουφλί, Διδυμοτείχου, Κούλελι - Μπουργάζ (Πύθιο), Ουρλί (Θούριο) και Αδριανουπόλεως. Πεζή δε πορεία από Δεδέαγατς εις Αδριανούπολιν εστί 35 ωρών...».

«Εικόνα 7: Χάρτης των επιχείρησεων προς Κωνσταντινούπολη.»

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι παρά τη στρατηγική του σημασία λόγω του σιδηροδρόμου και του λιμανιού του, το Δεδεαγατς, όταν το κατέλαβαν οι Ρώσοι, δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό, στο οποίο δεν είχε ακόμα μεταφερθεί η έδρα του μουτεσαριφλίκιου, ούτε ή έδρα του μητροπολίτη Αίνου. Όσο μικρό και αν ήταν κυριαρχούσε όμως το ελληνικό στοιχείο, καθόσον σύμφωνα με τον δάσκαλο από την Αίνο Νικ. Χατζόπουλο είχε λιθόκτιστην Δημοτικήν Σχολήν. Ο θρύλος λέει ότι ο πολιτικός διοικητής που διορίστηκε από τους Ρώσους Ιωάννης Φιμερέλλης, ζήτησε από αυτούς την σύνταξη του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου της. Πρόκειται για μια ατεκμηρίωτη πληροφορία που σκοντάφτει στην κοινή λογική. Οι Ρώσοι ήρθαν προσωρινά ως κατακτητές αλλά και αν ακόμα είχαν βλέψεις να μείνουν μόνιμα, το διάστημα που παρέμειναν εδώ μεσούντος του πολέμου και της γενικότερης αναστάτωσης σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο δεν υπήρχε προφανώς η ανάγκη σχεδίασης ρυμοτομικού σχεδίου λόγω αύξησης του πληθυσμού και ανέγερσης κτισμάτων για την στέγαση του κόσμου ούτε φυσικά θα ανθούσε το εμπόριο την ταραγμένη εκείνη εποχή. Η Αδριανούπολη και η επαρχία της από την οποία και προς την οποία γινόταν εξαγωγή των προϊόντων της αλλά και εισαγωγή από το εξωτερικό προϊόντων αντίστοιχα ήταν υπό Ρωσική κατοχή, οι συγκοινωνίες είχαν παραλύσει, το μόνο εμπόριο που διεξαγόταν ήταν για τη σίτιση των στρατευμάτων, άμεσο ήταν το πρόβλημα των προσφύγων, τα στρατεύματα σε επιφυλακή για τυχόν επανάληψη των εχθροπραξιών και οι ξένες αγορές διέκειντο δυσμενώς απέναντι στη Ρωσία. Τέλος όταν επανήλθαν οι τούρκοι για ποιο λόγο να θέλουν να κρατήσουν το σχέδιο ρυμοτομίας των πρώην εχθρών τους; Πιο πιθανή μου φαίνεται εξήγηση ότι η επέκταση του αρχικού σχεδίου που είχε γίνει από την εταιρεία ανατολικών σιδηροδρόμων να έγινε πάλι από την ίδια και πάντως από την Οθωμανική κυβέρνηση, πολύ μετά την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων.

«Εικόνα 8: Κάτοψη Δεδέαγατς του 1878.»

Εντωμεταξύ η προέλαση των ρώσων συνεχιζόταν προς την Κωνσταντινούπολη γεγονός που ανησύχησε τη διεθνή γνώμη και τον ξένο τύπο της εποχής. Έτσι διαβάζουμε
«Αναφορές από την Κων/πολη λένε ότι ο Suleiman Pasha έφερε πάνω από 30.000 άντρες, ύστερα από απίστευτες ταλαιπωρίες ανάμεσα στα χιονισμένα βουνά της Θράκης. Μια πηγή από την Κων/πολη λέει ότι αναφέρθηκε σήμερα το πρωί εδώ ότι ο κυβερνήτης της Καλλίπολης εγκατέλειψε την πόλη... Άλλη πηγή από την Κων/πολη στο Reuter’s λέει ότι οι Ρώσοι έχουν φτάσει στην Κεσάνη και αναμένονται να φτάσουν στα περίχωρα της Καλλίπολης το Σάββατο. Λονδίνο 24 Πηγή του Reuter’s από την Κων/πολη αναφέρει ότι ο στόλος που κυβερνάται από τον Manthorpe Bey έχει αναχωρήσει για την Καβάλα να παραλάβει τα στρατεύματα του Suleiman Pasha. Ο μισός στρατός θα μεταφερθεί στην Καλλίπολη και ο άλλος μισός στην Κων/πολη.» (The N.Y. Times 24-1-1878)

Στο Δεδέαγατς οι Ρώσοι διόρισαν αρχιγραμματέα των τελωνείων τον Νικόλαο Βαφειάδη, ο οποίος συνέτασσε τα τελωνειακά έγγραφα των πλοίων στα ελληνικά και τα σφράγιζε με μια σφραγίδα που έγραφε «Άγιος Νικόλαος»:
«Τα εκ Δεδέ αγάτς απαίροντα πλοία λαμβάνουσι τα τελωνειακά αυτών έγγραφα ελληνιστί συντεταγμένα, και τούτω διότι, ως φαίνεται, τελώνην διώρισαν ένα των εκεί ομογενών, η δε σφραγίς δια της οποίας επικυρούνται ταύτα φέρει τας λέξεις ελληνιστί Άγιος Νικόλαος. Αρχιγραμματέα του εν Δεδέ αγάτς τελωνείου διώρισαν τον εκεί διατρίβοντα κ. Νικόλαον Σ. Βαφειάδην.» (Νεολόγος 8/20-2-1878)
Ο διορισμός τελώνη δείχνει ότι είχε αρχίσει να φαίνεται κάποια εμπορική κίνηση κυρίως για τον επισιτισμό των στρατευμάτων κατοχής, ενόσω καθυστερούσαν οι διαπραγματεύσεις για το μοίρασμα των βαλκανίων στα διπλωματικά σαλόνια. Αυτό καταδεικνύεται και από άρθρο του Νεολόγου στις 26/7-2-1878:
«Το αυτό ατμόπλοιον (της εταιρίας Φραισινέ) αναπλέον προς τα ενταύθα, προσήγγισαν εις Δεδεαγάτς, εκεί ώρθη ολίγον απωτέρω λευκή σημαία, εξήλθεν δε δια λέμβου ο πλοίαρχος εις την ξηράν και επεθεώρησε τα ναυτιλιακά αυτού έγγραφα υπό των ρωσσικών αρχών, αίτινες επεκύρωσαν εν τη θέσει του λιμενάρχου τον τέως τοιούτον. Εκ Δεδέ αγάτς το γαλλικόν ατμόπλοιον παρέλαβε δι’ενταύθα φορτίον 600 τόννων, ως και τινας επιβάτας, και επειδή οι Ρώσσοι έλυσαν την υφισταμένην απαγόρευσιν εις την μεταφοράν σιτηρών και ή τινός άλλου, και άλλα πλοία περιλαμβάνουσιν εκ Δεδέ αγάτς φορτία, αφήκε δε εκεί εν ατμόπλοιον και δύο ιστιοφόρα φορτόνοντα. Εκ Δεδέ αγάτς 40 ρώσσοι στρατιώται και δυο αξιωματικοί επέβησαν πλοίου και διηυθύνθησαν εις Αίνον.»
Υπό την πίεση της Μεγάλης Βρετανίας, η Ρωσία αποδέχθηκε μεν την ανακωχή που προσέφερε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 30 Ιανουαρίου 1878, αλλά συνέχισε να κινείται, όπως αναφέραμε, προς την Κωνσταντινούπολη. Οι Βρετανοί έστειλαν στόλο από πολεμικά πλοία για να αποτρέψει τη Ρωσία από την είσοδο στην πόλη, έτσι οι ρωσικές δυνάμεις σταμάτησαν τελικά στον Άγιο Στέφανο, προάστιο έξω από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί υπογράφηκε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 19 Φεβρουαρίου / 3 Μαρτίου 1878, με την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ρουμανίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, και την αυτονομία της Βουλγαρίας.
Στο Δεδέαγατς, στις 6 Μαρτίου 1878 κάποιοι κάτοικοι με επιστολή τους προς τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών επαίνεσαν ένθερμα τις ενέργειες του Έλληνα πρόξενου στην πόλη, Καραγιαννόπουλου. Η ιστορική αυτή επιστολή, ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε στην πόλη μας, όπως διασώθηκε στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών και ανέσυρε στην επιφάνεια ο Παντελής Αθανασιάδης εκθέτοντας την στο πολύ αξιόλογο blog του, έχει ως εξής:
«Κύριε υπουργέ,
Οι ευσεβάστως υποφαινόμενοι υπήκοοι της Α. Μεγαλειότητος, έχοντες υπ’ όψιν ότι καλοί υπάλληλοι δια καλής μορφούνται αμοιβής μάλιστα ηθικής, παρακαλούμεν Υμάς, όπως επιτρέψη ημίν, εξιστόρησιν εν βραχεί τα της πολιτείας του ενταύθα Υποπροξένου κ. Καραγιαννοπούλου, να συστήσωμεν εις την εθνικήν μέριμναν της Κυβερνήσεως τον Έλληνα τούτον υπάλληλον.Ελθών ενταύθα ο κ. Καραγιαννόπουλος κατά τον παρελθόντα Μάιον εύρε λίαν προβληματικήν την δημόσιον ασφάλειαν της πόλεως συνεπεία των εν αυτή ως εν πάση νεοσυστάτω πόλει, συσσωρευμένων πλείστων πάσης ποιότητος ατόμων. Ενζήλως επελήφθη του ζητήματος τούτου, αποκαταστήσας πραγματικήν την ασφάλειαν του τόπου, δια της βαθμιαίας απομακρύνσεως πάντων των αέργων και ταραξιών Ελλήνων, εφ’ ώ και εδέχθη τας ευχαριστίας των κατοίκων και των συναδέλφων αυτού.Ως βεβαίως γνωρίζετε, η Θράκη και ιδίως τα περί το Δεδέαγατς διαμερίσματα, αυτής, προ ετών πολλών καταμαστίζονται υπό της ληστρικής συμμορίας του περιβοήτου Βουλγάρου Πέτκου, ο οποίος ολοκλήρους κώμας και χωρία μέχρι τούδε κατέστρεψε καθόσον πλην των υπ’ αυτού ενεργηθεισών ληστοπραξιών συνέπεσεν ως εκ των συχνών αυτού επισκέψεων εις τας κώμας να ενοχοποιηθώσιν εκ των Οθωμανών πολλοί ευκατάστατοι και ευυπόληπτοι Έλληνες Χριστιανοί ως λησταποδόχοι, επί μόνω τω σκοπώ βεβαίως, όπως φορολογηθώσιν υπό των ακεραίων (;) Οθωμανικών Αρχών. Πολλάς πλουσίας οικογενείας καταστρέφωσιν επί τη αφορμή ταύτη. Και εις το ζήτημα τούτο επιτυχώς μέχρι τούδε ενήργησεν ο κ. Καραγιαννόπουλος πολλούς μεν των επί λησταποδοχή συκοφαντηθέντων υπό των Οθωμανικών ονύχων διασώσας, τινάς δε των πραγματικών λησταποδόχων καταδιώξας και εν γένει ενεργήσαντες ούτως, ώστε ήδη από τινων μηνών τουλάχιστον τα της πόλεώς μας περίχωρα εισίν απαλλαγμένα της παρουσίας του ληστάρχου τούτου. Περί πάντων τούτων δύναται να μαρτυρήσει και το εν Αδριανουπόλει Προξενείον.Η διαγωγή αύτη του κ. Καραγιαννοπούλου τοσούτον διέσωσε και εκραταίωσε το όνομα αυτού παρ’ άπασι τοις περί το Δεδέαγατς διαμερίσμασιν, ώστε ήδη από τινος χρόνου πάντες οι κάτοικοι αυτών Έλληνες και Τούρκοι και Βούλγαροι, διά πάσαν ανάγκην προς αυτόν και μόνο απευθύνονται.Ως γνωρίζετε η Θράκη άπασα και ιδίως η ημετέρα πόλις εις λίαν ακροσφαλή περιέστησαν θέσιν συνεπεία του τελευταίου πολέμου και την πολυπληθή μετανάστευσιν των διαφόρων Τουρκικών ορδών. Δεν δυνάμεθα, κύριε υπουργέ ή να ανακηρύξωμεν γεγονυία τη φωνή, ότι το Δεδέαγατς , ού η ύπαρξις ευρέθη επί ξυρού ακμής (ως μαρτυρούσιν τα εις όλον τον κόσμον διαβιβασθέντα τηλεγραφήματα, ότι το Δεδέαγατς κατεστράφη) εις μόνον τον Έλληνα υποπρόξενον οφείλει την σωτηρίαν αυτού. Καθότι ο κ. Καραγιαννόπουλος δια της προτέρας αυτού διαγωγής είχεν αποκτήσει την εμπιστοσύνην και αγάπην πάντων των Οθωμανών και των Οθωμανικών Αρχών, Καϊμακάμη, Καδή, Αστυνόμου, Φρουράρχου και αυτών μάλιστα των προεξαρχόντων Κιρκασίων. Τούτους καθ’ όλον το διάστημα των ωδίνων εφιλοξένει εν τη οικία αυτού και ούτω κατώρθου να ενεργώσιν υπό τας εμπνεύσεις αυτού. Πλην τούτου ο κ. Καραγιαννόπουλος καθ’ εκάστην εσπέραν συσσωματών περί αυτόν πολλούς των Ελλήνων εφρούρει καθ’ όλην την νύκτα ένοπλος την πόλιν. Ημέραν τινά οι Κιρκάσιοι κακά διανοηθέντες δεν ήθελον να αναχωρήσωσιν. Άμα μαθών τούτο ο κ. Καραγιαννόπουλος, πέμπει προς αυτούς φίλον τινα Κιρκάσιον, πρώην επί την δεκάτην υπάλληλον, ο οποίος νουθετήσας έπεισεν αυτούς να επιβιβασθώσιν αυθωρεί επί των αναμενόντων αυτούς δύο Αυστριακών ατμοπλοίων. Δι΄ όλων τούτων των μέσων αληθώς έσωσε την πόλιν ο κ. Καραγιαννόπουλος. Μετά την έλευσιν των Ρώσων ούτως επιτυχών επολιτεύθη, ώστε κατώρθωσε, συμπήξας εις ταυτό άπαν το ενταύθα Χριστιανικόν στοιχείον, να παραστήση αυτό ως Ελληνικόν εις τας Ρωσσικάς στρατιωτικάς αρχάς αίτινες ως εκ τούτου ηναγκάσθησαν να μορφώσωσιν ενταύθα πάντας τους κλάδους της υπηρεσίας αποκλειστικώς ελληνικούς, μ’ όλας τας εναντίας παραστάσεις και τας παρά τοις Βουλγάροις ραδιουργίας, των ενταύθα ολιγίστων Καθολικών.Πάντα ταύτα αναγκάζουσιν ημάς, κύριε υπουργέ, να αποδώσωμεν τον δίκαιον έπαινον των κ. Καραγιαννοπούλω, τιμήν φέροντι τω έθνει και τω ελληνικώ Δεδέαγατς. Ούτω ενεργούντες ελπίζομεν ότι θέλομεν εφελκύσει την επί του υπαλλήλου τούτου μέριμναν της Σεβαστής Κυβερνήσεως προς όφελος του εν τη Θράκη ψυχορραγούντος εθνισμού μας. Ευπειθέστατοι Έλληνες»
Την επιστολή υπογράφουν οι Π. Γ. Κόκκινος, Ι. Κ. Μαλιαρός, Ι. Λαμπουσιάδης, Ε. Δ. Αναγνώστου, Ι. Φιμερέλης, Δ. Αποστολίδης, Μιχαήλ Αποστολίδης, Δ. Κυριαζόπουλος, Γ. Δουζίνας, Παναγιώτης Ζερβός, Βασίλειος Κουβαράς, Κ. Φιμερέλης, Μιχαήλ Ταβακόπουλος, Αναστάσιος Φωκάς, Νικόλαος Κ. Αγγελής, Θ. Παρασχίδης, Βασίλειος Μενεγάκης, Ν. Γ. Παλαμάρης, Σπύρος Λαχανάς, Δημήτριος Σταύρου, Νικόλαος Λαγόπουλος, Δ. Κόκκινος, Δ. Παρασκευόπουλος, Α. Οικονομίδης, Γ. Νικολαϊδης, Κ. Κουμπής, Βαγγέλης Αγγεληνός και Σταύρος Καπετάνου. Ελάχιστα ακόμη ονόματα, είναι δυσανάγνωστα ή έχουν καταστραφεί στο καταταλαιπωρημένο αυτό έγγραφο.
Στην ως άνω επιστολή φαίνεται η αγωνία του Ελλήνων του Δεδεαγατς για τη δράση του βούλγαρου κομιτατζή Πέτκο (Kapitan Petko voivoda), ο οποίος είχε και την προστασία των Ρώσων. Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνουν και οι αναφορές του Έλληνα Υποπροξένου από το Δεδεαγατς, που ανακάλυψε επίσης ο Παντελής Αθανασιάδης:
«Κατόπιν πολλών προς το υπουργείον αφηγήσεών μου περί του εν Θράκη ληστάρχου Πέτκου έρχομαι και αύθις να υποβάλω υμίν, ότι ούτος υποθαλπόμενος πλέον φανερά παρά της Ρωσσικής Αρχής κατέστη έτι επιφοβώτερος. Την παρελθούσαν Δευτέραν δύο Βούλγαροι της συμμορίας αυτού εν πλήρει μεσημβρία εκ τινός ενταύθα καφφενείου απήγαγον Οθωμανόν τινα όν και εκρεούργησαν. Ημέρα δεν παρέρχεται να μην φονευθή παρά της συμμορίας αυτού ή άλλων Βουλγάρων πλήθος Οθωμανών. Εννοείται λοιπόν ότι οι κατά των Οθωμανών βανδαλικαί αύται πράξεις, θα επιφέρουν όταν επιστή η επικράτησις του Οθωμανικού στοιχείου την αυτοδικίαν καθ’ όλου του Χριστιανισμού. Ως εκ τούτου δια να προλάβω την κατά των Ελλήνων προβλεπομένην αντεκδίκησιν ηναγκάσθην διότι οι Οθωμανοί ευλόγως δύνανται να υποθέσωσιν ότι εις όλα ταύτα ενέχονται αμφότερα τα Διοικητικά Συμβούλια Δεδέ- Αγάτς και Μάκρης τα εξ Ελλήνων συγκεκροτημένα να παροτρύνω ταύτα να παραιτηθώσιν και συγχρόνως δια πολλών οργάνων να φθάσουν εις τα ώτα των Οθωμανών ότι τα Ελληνικά Συμβούλια ταύτα αφού δεν ηδυνήθησαν δια του ορθού λόγου να καταπείσωσιν τας Ρωσσικάς Αρχάς όπως επιφέρωσιν την εξάρθρωσιν του Πέτκου και την χειραγώγησιν των Βουλγάρων παρητήθησαν. Ακολούθως θέλω καταστήσει γνωστόν προς το Β. Υπουργείον αν εγένετο δεκτή η σημερινή παραίτησις των εν λόγω συμβουλίων ως και κατάλεπτον έκθεσιν των κακουργημάτων των Βουλγάρων αποστείλω» (αρ. πρωτ. 86/21 Μαΐου 1878 αναφορά)
και ακολούθως:
«Εις την υπ’ αριθμ. 86 και από 21 υφισταμένου ε.ε. προς το Β. Υπουργείον αποσταλείσαν έκθεσίν μου ανέφερον εν βραχεί την προς τον λήσταρχον Πέτκον εύνοιαν των Ρωσσικών Αρχών, ήτις κατέστησεν αυτόν και τους λοιπούς Βουλγάρους θηριωδέστερους και των Οθωμανών και την συνεπεία ταύτης παραίτησιν των Συμβουλίων Δεδέ- Αγάτς και Μάκρης. Ήδη εν πρώτοις αναφέρω ότι η παραίτησις των Συμβουλίων τούτων δεν εγένετο δεκτή κατ’ επίμονον άρνησιν του ενταύθα Μαγιόρ και τας δοθείσας προς αυτά προφορικάς υποσχέσεις του, ότι του λοιπού δεν θα επαναληφθώσιν τα τοιαύτα. Κατά συνέπειαν όθεν της υποσχέσεως ταύτης τα Συμβούλια εξακολουθούν ως και πριν, θεωρών πλέον περιττήν πάσαν περί Πέτκου και Βουλγάρων αφήγησιν καθόσον αρκούντως μέχρι τούδε εξέθηκα, περιορίζω την έκθεσίν μου ταύτην εις λεπτομερή των γεγονότων... (μια λέξη δυσανάγνωστη) την ψυχικήν ευγένειαν των Ρώσων αξιωματικών και τον προς το καθήκον σεβασμόν. Ημέραν τινά ο ενταύθα Β. Πράκτωρ της Αυστροουγγαρίας κύριος Σούχορ μεθ’ ενός μέλους του ενταύθα Διοικητικού Συμβουλίου κυρίου Καραπαναγιώτου, μεταβάντες τη προτροπή εμού εις την οικίαν του λοχαγού Garbatorski όπου ευρίσκετο ο Στρατιωτικός Διοικητής, ο λοχαγός Albinski και άλλοι αξιωματικοί και παραστήσαντες τω Στρατιωτικώ Διοικητή, ότι η ανασφάλεια του τόπου πολλού γε δη από του να είναι ευάρεστος, ότι ο τόπος κινδυνεύει ένεκεν της συμμορίας του Πέτκου και των λοιπών Βουλγάρων και ότι τέλος πρέπει να ληφθεί εκ μέρους αυτού η δέουσα πρόνοια, έσχον την εξής απάντησιν. Πώς δύνασθε ν’ αποδείξητε ημείς ηρώτησεν ως αξιωματικός ο Garbatorski ότι πάντα ταύτα διαπράττονται παρά του Πέτκου και λοιπών Βουλγάρων; Έπειτα τι μέλλει ημίν, είπεν άλλος αξιωματικός ο Albinski, ειλικρινέστερος τουλάχιστον, εάν φονεύωνται Οθωμανοί; Μέχρι τούδε μόνον Οθωμανοί εφονεύθησαν. Ετέραν ημέραν ο ίδιος ο κύριος Σούχορ και Καραπαναγιώτης μετά του υπολοχαγού Granmer και του λοχαγού Taksevski όστις πλέον της Ρωσσικής Γαλλικάς τινάς λέξεις ψελλίζει, είπεν αυτοίς τα ακόλουθα άτινα επεκύρωσεν ο Granmer «Maintenant notre ami Petko» (Τώρα, ο φίλος μας ο Πέτκο) ο δε λοχαγός Thuberef είπεν ότι, επειδή ο Πέτκος γνωρίζει καλώς τας τοποθεσίας των μερών τούτων εκρίθη καλόν να προσληφθή ως εμπροσθοφυλακή προς απόκρουσιν της επαναστάσεως των Οθωμανών (είχε εκδηλωθεί ήδη η εξέγερση των Πομάκων της Ροδόπης εναντίον των Βουλγάρων και των Ρώσων). Εν άλλη δεν ημέρα εξελθόντες εις περίπατον εγώ ο Σούχορ, ο Καραπαναγιώτης, μετά του Garbatorski ηκούσαμεν εις τον άνω λεγόμενον μαχαλάν, ένθα υπάρχει ως γνωστόν κατοικία των γυναικών της συμμορίας του Πέτκου, άσματα ευωχουμένων. Ο κ. Σούχορ λέγει τότε τω λοχαγώ Garbatorski, ότι υποθέτει ότι οι ψάλλοντες εισίν οι λησταί οι εν των καφφενείω συλλαβόντες τους Οθωμανούς. «τι βγαίνει από ένα Οθωμανόν, είπεν ο λοχαγός Γερμανιστί, εγώ σας βεβαιώ, ότι ουδένα Χριστιανόν θέλει κακοποιήσει». Τας αυτάς περί Ρώσσων πληροφορίας υπέβαλε και ο κ. Σούχορ προς την εν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν αυτού. Τας αυτά δεν και έτι πλείονας έλαβε παρ’ εμού και ο του Αρχιερέως Γκιουμουρτζίνης Ιερωνύμου, προς εμέ συσταθείς κ. Γκρασπερέτ, Γάλλος το γένος στρατηγός της Αμερικής, όστις κατά διαταγήν φαίνεται της κυβερνήσεώς του, περιηγείται την Θράκην συλλέγων πληροφορίας. Ο λίαν ούτος φιλέλλην, ο πολλά υπέρ του Ελληνισμού εκφρασθείς ανεχώρησε σήμερον δια Κωνσταντινούπολιν. Τοιαύτα περί Ρώσων αξιωματικών, περί δε του Πέτκου έμαθον ότι την παρελθούσαν Κυριακήν εισελθόντες οι Οθωμανοί εις το Χριστιανικόν χωρίον Πλαβού της περιφερείας Αδριανουπόλεως ήρχισε σφοδρός μετά της συμμορίας αυτού πυροβολισμός, φονευθέντων πολλών εκατέρωθεν, ο δε Πέτκος πληγωθείς κατά την παρειάν νοσηλεύεται εις Αδριανούπολιν παρά Ρώσων ιατρών». (από 27 Μαρτίου 1878 αναφορά).

«Εικόνα 9: Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.»

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη κρατούσαν πολύ, αφού από τον Άγιο Στέφανο το επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας μεταφέρθηκε στο Βερολίνο όπου οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθούσαν να περιορίσουν τα κέρδη της Ρωσίας από την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Αρχικά οι Ρώσοι δεν ήθελαν να αφήσουν το Δεδεαγατς, αποκτώντας έτσι πρόσβαση στο Αιγαίο, γεγονός βέβαια που προκαλούσε την αντίδραση των Βρετανών.
«ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗΣ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΠΟ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΟ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ
Πηγή του Reuter’s από την Κων/πολη ανακοίνωσε ότι ο Στρατηγός Todleben πρόκειται να αποσυρθεί στη γραμμή της Tchataldja, αφήνοντας μια μικρή δύναμη στον Αγιο Στέφανο. Οι Ρώσοι προτείνουν να τραβηχτούν πίσω από τη γραμμή μεταξύ Δεδεαγατς και Αδριανούπολης εφόσον ο Βρετανικός στόλος αποσυρθεί την ίδια στιγμή.» (The N.Y. Times 8-5-1878)
Η δράση του Πέτκο και άλλων βουλγάρων κομιτατζήδων και οι βιαιοπραγίες τους προς τους εναπομειναντες μουσουλμανικούς πληθυσμούς ενόχλησαν τον ξένο τύπο και ανάγκασαν τους Ρώσους να πάρουν κάποια μέτρα:
«Πληροφορίες από την Κων/πολη παρουσιάζουν ότι οι Βούλγαροι σε όλη τη Ρούμελη έχουν διαπράξει τρομερές γενοκτονίες σε Μουσουλμάνους. Ο Στρατηγός Todleben έχει διατάξει έντονα μέτρα για την τήρηση της τάξης. Τρεις Βούλγαροι που συνελήφθησαν με κόκκινα χέρια, εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στο Δεδεαγατς(The N.Y. Times 9-6-1878)
Στις 12 Ιουνίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος με την υπ’ αριθμ. 112 αναφορά του καταγγέλλει ευθέως τον Συριανό έμπορο Ιωάννη Φιμερέλη, που οι Ρώσοι τον διόρισαν πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Δεδέαγατς, ότι υπέθαλπε
«τον λήσταρχον Πέτκον όπως κερδίση την εύνοιαν των Ρώσων και κραταιωθεί εν τη θέσει του ταύτη».
Στις 16 Ιουλίου 1878, όπως μας πληροφορεί άλλη αναφορά του Γ. Καραγιαννόπουλου με αριθμ. πρωτ. 154/22-7-1878, που ανακάλυψε ο Παντελής Αθανασιάδης στα αρχεία της Βουλής και εκθέτει στο πολύ αξιόλογο blog του, έξω από το Δουάν Ασάρ (Αισίμη - γενέτειρα του Πέτκο) που απείχε τέσσερις ώρες από το Δεδεαγατς με τα μέσα εκείνης της εποχής, σημειώθηκε ένα στυγερό έγκλημα. Δύο Βούλγαροι οπαδοί του Πέτκο, που είχαν αμνηστευθεί από τους Ρώσους, σκότωσαν δύο Έλληνες γυρολόγους, Το Θεόδωρο Γεωργίου και τον Στέργιο Βασιλείου καταγόμενους από χωριό των Ιωαννίνων. Οι άτυχοι γυρολόγοι είχαν ξεκινήσει από το Δερβένι (το σημερινό Άβαντα Έβρου) και κατευθύνονταν προς το Δουάν Ασάρ (Αισύμη). Στο δρόμο, τους συνάντησαν οι δύο Βούλγαροι και συνοδοιπορούσαν μαζί τους. Όταν έφθασαν όμως σε ένα ρέμα λίγο έξω από την Αισύμη, κατέσφαξαν τους δύο γυρολόγους, έκλεψαν τα λεφτά και τα ρούχα τους και τα πτώματα τα τεμάχισαν. Μετά πήραν και τα δύο μουλάρια των θυμάτων τους και έφυγαν.
Το καλοκαίρι εκείνο ήταν τραγικό για τους Ρώσους στην πόλη μας, καθόσον αξιωματικοί και στρατιώτες προσβλήθηκαν από την ασθένεια του τύφου και μάλιστα πέθαναν 30 από αυτούς. Οι αξιωματικοί ενταφιάστηκαν στο τμήμα της οδού Μαυρομιχάλη, μεταξύ των οδών Αίνου και Βιζβίζη (περιοχή 2ου Δημοτικού Σχολείου), όπου άφησαν και ένα μνημείο που βρίσκεται σήμερα στον αυλόγυρο του Αγ. Νικολάου, ενώ οι στρατιώτες στο στρατόπεδο έξω από την πόλη. Η τιμητική επιγραφή στη μνήμη των Ρώσων που βρέθηκε στο χώρο ταφής των αξιωματικών γράφει τα εξής:
«ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ 9ου ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑΡΟΙΝΓΕΡΜΑΝ ΛΑΝΣΚΙ ΤΡΙΑΝΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΠΕΣΑΝ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΛΥΝΣΗ ΤΟΥ ΤΥΦΟΥ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ ΤΗΝ 1ην ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1878»

«Εικόνα 10: Το Ρωσικό Προξένειο στην παραλια του Δεδέαγατς.»

Και ενώ το πένθος αλλά και ο τρόμος από τη μετάδοση του τυφοειδούς πυρετού εξακολουθούσε να πλανάται πάνω από την μικρή μας πόλη, έντονος διπλωματικός πόλεμος διεξαγόταν ανάμεσα στους προξένους του Δεδεαγατς, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακάλυψε στο αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών ο Παντελής Αθανασιάδης. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος με το υπ’ αριθμ. 189 έγγραφό του ειδοποιούσε το υπουργείο των Εξωτερικών, ότι έχει στα χέρια του την εφημερίδα της Τεργέστης «Ημέρα» η οποία δημοσίευε το ακόλουθο απόσπασμα:
«Ο ανταποκριτής των «Ημερησίων Νέων» επιστέλει εκ Δεδέαγατς ότι τα περίχωρα της πόλεως εκείνης λυμαίνονται δύο ληστρικαί συμμορίαι η μια υπό τον Βούλγαρον Πέτκον και η άλλη υπό τον Έλληνα Αργέλην. Κατά τους κατοίκους τον Πέτκον υποστηρίζει αναφανδόν ο Ρώσσος στρατηγός, τους δε ετέρους ο Έλλην πρόξενος».
Επιπλέον ζητούσε άδεια για να διαψεύσει δια του Τύπου τις συκοφαντίες και ανέφερε, ότι πριν λίγα χρόνια, κάποιος άλλος Άγγλος ανταποκριτής είχε αποπειραθεί να δυσφημίσει τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Ιερώνυμο, ότι και αυτός υπέθαλπε ληστές.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1878 μια μεγάλη ομάδα Ελλήνων κατοίκων του Δεδέαγατς που έλεγαν ότι αντιπροσώπευαν το σύνολο των κατοίκων, πλην έξι που προτίμησαν να συνεργασθούν με τους Ρώσους για να πάρουν μεγάλες θέσεις, με επιστολή τους προς τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δεληγιάννη, υπερασπίσθηκαν με σθεναρότητα τον Καραγιαννόπουλο τον οποίο χαρακτήριζαν θύμα του Καθολικισμού και του Πανσλαβισμού. Στην τετρασέλιδη ενυπόγραφη επιστολή τους υποστήριζαν ότι ο Βέλτσερ Άγγλος πρόξενος υπονόμευε τον Καραγιαννόπουλο γιατί
«δεν αρέσει βέβαια εδώ, η ενταύθα ύπαρξις του Κυρίου Καραγιαννοπούλου, διότι κατέστη ο μοχλός και καλλιεργητής του Ελληνισμού».
Στις 2 Οκτωβρίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος με αναφορά του απέρριπτε όλες τις κατηγορίες εναντίον και υπεδείκνυε ως υποκινητή της συκοφαντικής εκστρατείας τον Άγγλο πρόξενο Βέλτσερ. Αποκάλυπτε μάλιστα πως όταν επήλθε η κατάκτηση της περιοχής από τους Ρώσους, το προξενικό σώμα του Δεδέαγατς παρακλήθηκε να υποδείξει πρόσωπα ικανά για τη διακυβέρνηση του τόπου. Ο Βέλτσερ είχε την αξίωση, συμπαραστατούμενος από τους Καθολικούς προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Ιταλίας να διορισθεί πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πόλης, ένας Καθολικός στο θρήσκευμα, στο εμπορικό γραφείο του οποίου εργάζονταν ως γραμματέας ο Βέλτσερ. Ο Καραγιαννόπουλος αντέδρασε, γιατί τον θεωρούσε ανίκανο να ασκήσει τέτοια καθήκοντα. Η υποψηφιότητά του απορρίφθηκε από τους Ρώσους και ο Βέλτσερ εξοργίσθηκε. Έκτοτε κρατούσε εχθρική στάση προς τον Καραγιαννόπουλο. Υπήρξαν όμως και άλλα περιστατικά που συντηρούσαν αυτή την εχθρότητα. Ο Θ. Δεληγιάννης με ιδιόχειρη σημείωσή του στην αναφορά, ζήτησε να ερευνηθούν οι καταγγελίες κατά του Καραγιαννόπουλου.
Στις 26 Νοεμβρίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος, σύμφωνα με τα σωζόμενα έγγραφα στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, επανήλθε με νεώτερη επιστολή του θυμίζοντας ότι ζήτησε άδεια να του επιτραπεί να απαντήσει στα δημοσιεύματα των «Ημερήσιων Νέων» τα οποία θεωρούσε συκοφαντικά και δυσφημιστικά. Αντί να του παρασχεθεί κάλυψη και η άδεια να απαντήσει, είδε να καταφθάνει στο Δεδέαγατς ο πρόξενος της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδης για να ερευνήσει την υπόθεση.

«Εικόνα 11: Το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.»

Τελικά αφού υπογράφηκε ιδιαίτερη συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα ρωσικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Θράκη σιδηροδρομικώς τον Μάρτιο του 1879. Μαζί τους έφυγαν και πολλοί βούλγαροι, καθ υπόδειξη των ρώσων, για να μην κακοποιηθούν από τους επανακάμπτοντας τούρκους. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί ήταν γεμάτοι από γυναίκες, παιδιά και γέροντες, πολλοί δε είχαν μαζί τους τα σιτηρά τους ή τα ποίμνιά τους. Η μικρή μας πόλη στα πρώτα εκείνα βήματα του ιστορικού της βίου έζησε από κοντά για πρώτη φορά το δράμα του πολέμου. Οι πρώτοι εκείνοι κάτοικοι κατάλαβαν ότι ήταν αδύνατο να αποφύγουν τους πολέμους που θα ακολουθούσαν, όσο η πόλη τους βρίσκονταν στην οριογραμμή μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΑΛΕΠΑΚΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ:

1. Από το Δεδέαγατς στην Αλεξανδρούπολη (Η ιστορία της πόλης από το 1860 έως το 1920, μεταπτυχιακή διατριβή Τεμιρτσίδη Μαρίας,

2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών
3. ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ, EDOUARD DRIAULT, έκδοση ΙΣΤΟΡΗΤΗΣ
4. LES GRECS DE L’EMPIRE OTTOMAN ETUDE STATISTIQUE ET ETHNOGRAPHIQUE. A. SYNVET-CONSTANINOPLE 1878
5. Itineraire descriptif, historique et archeologique de l'Orient, / par le Dr Emile Isambert», που εκδόθηκε τα χρόνια 1873-1883
6. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Κωνσταντίνος Λουρεντζης,1890
7. Αρχείο εφημερίδων The N.Y. Times, Νεολόγου Κων/πολεως, Βυζαντίς Κων/πολεως από το αρχείο της Βουλής
8. http://sitalkisking.blogspot.com του Παντελή Αθανασιάδη
9. Μεταξύ Ανατολής Και Δύσης (Αλέκα Καραδήμου - Γερολύμπου)
10. Φωτοαρχείο Γεωργίου. Π. Αλεπάκου