Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Η Σαμοθράκη στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας πριν την απελευθέρωση της (1831-1912)

(Εισήγηση στην Επιστημονική Ημερίδα με θέμα
«Το Ιστορικό πλαίσιο από την Επανάσταση έως την απελευθέρωση του νησιού»,
που διεξήχθη στη Σαμοθράκη στις 25-8-2012 στα πλαίσια των Ελευθερίων της)



Η Σαμοθράκη μετά την σφαγή, στις 1 Σεπτεμβρίου του 1821, στην τοποθεσία «ΕΦΚΑΣ» δεν μένει στην αφάνεια, ανασυντάσσεται μέσα από τις φλόγες και δημιουργεί τη δική της ιστορία που καταγράφεται τόσο σε ελληνικές όσο και σε ξένες πηγές.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι τον 19ο και τον 20ο αιώνα με την δημιουργία του ατμού πολλοί ξένοι περιηγητές διατρέχουν το αιγαίο, τη λεγόμενη άσπρη θάλασσα έχοντας και ιδιοτελείς σκοπούς: να κατασκοπεύσουν υπέρ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής που προσδοκούν να καρπωθούν όσο το δυνατό μεγαλύτερο μερίδιο από τη θνήσκουσα Οθωμανική αυτοκρατορία.
Έτσι ένας Άγγλος περιηγητής, ο Adolphus Slade, υποπλοίαρχος του Βρετανικού Ναυτικού, το 1831 πέρασε από την περιοχή, όπως αναφέρει στο Βιβλίο του «RECORDS OF TRAVELS IN TURKEY, GREECE AND A CRUISE IN THE BLACK SEA WITH THE CAPITAN PASHA IN THE YEARS 1829, 1830 AND 1831» και επισκέφτηκε τη Σαμοθράκη. Ας δούμε τι γράφει μεταξύ άλλων γι’αυτήν:
«Στα τείχη (της Χώρας) υπήρχαν πολλές επιγραφές. Αγάς, ήταν ένας σκληρός Αλβανός. Απαίτησε το φιρμάνι μου, και με κατεύθυνε στον έλληνα τσορμπατζή να με περιποιηθεί. Το σπίτι του τσορμπατζή έβλεπε στο Άγιο Όρος, που είναι ένας καταπληκτικός όγκος να τον βλέπει κανείς από μακρυά... Οι έλληνες πειρατές λυμαίνονταν τη Σαμοθράκη: Κατά τη διάρκεια των τελευταίων οκτώ ετών έχουν προκαλέσει ερήμωση από τις συχνές επιθέσεις τους και την απαγωγή ζώων και άλλων πραγμάτων που μπορούν να μεταφερθούν. Από ένα πληθυσμό 600 οικογενειών μόνο οι 6 είναι μουσουλμάνοι.»
Η πειρατεία θύμα της οποίας ήταν και η Σαμοθράκη είχε βάσεις στις Κυκλάδες, στις Βόρειες Σποράδες, στη Μάνη και στη Γραμβούσα και καταπολεμήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια αλλά και από τις πρώτες κυβερνήσεις του Όθωνα, ώσπου εξαλείφθηκε.
Το 1834 και ένα άλλος Άγγλος, ο ταγματάρχης SIR GRENVILLE TEMPLE ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη βρέθηκε στη Σαμοθράκη και έγραψε μεταξύ άλλων τις εντυπώσεις του στο βιβλίο «TEMPLE TRAVELS ΙΝ GREECE AND TURKEY BEING THE SECOND PART OF EXCURSIONS IN THE MEDITERRANEAN IN TWO VOLUMES. VOL. I. LONDON SAUNDERS AND OTLEY, CONDUIT STREET, 1836.» Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε ένα απόσπασμα που αναφέρεται στη Σαμοθράκη, η οποία έχει πλέον απαλλαγεί και από τον κίνδυνο των πειρατών:

«Στις 3 Απριλίου, πλεύσαμε με ένα γρήγορο αεράκι! Το λιμάνι και το κανάλι καλύφθηκαν με πολλά πολεμικά και εμπορικά πλοία σε όλες τις κατευθύνσεις.Στην παραλία συναντηθήκαμε με ένα ή δύο βοσκoύς, οι οποίοι ενήργησαν ως οδηγοί μας για το χωριό. Παρουσιάσαμε την επιστολή μας από τον πασά των Δαρδανελίων στον Ιμπραήμ Αγά, κυβερνήτη της Samendrek και μοναδικό Τούρκο κάτοικο στο νησί. Αφού καπνίσαμε διάφορες πίπες μαζί με αυτόν αποσυρθήκαμε σε μια καλύβα που είχε προοριστεί για δική μας χρήση. Αυτή τη βρήκαμε καθαρή και άνετη, και τους ιδιοκτήτες ευγενείς και περιποιητικούς, αν και ήταν Έλληνες. Τραφήκαμε αποκλειστικά με αυγά, παστωμένα ψάρια, ελιές και τυρί, με την προσθήκη, ωστόσο, καλού κρασιού και όχι πολύ κακής ρακής. Μετά από μια παρατεταμένη συζήτηση με την οικογένεια και πολλούς άλλους από τους κατοίκους αναφορικά με την παραγωγή τους, την ιστορία και τις αρχαιότητες του νησιού, απλώσαμε κάποια χαλιά και πατάκια γύρω από τη φωτιά και σχηματίζοντας έναν κύκλο με τον ιδιοκτήτη και δύο ή τρεις άλλους χωρικούς, σύντομα αποκοιμηθήκαμε. Η κυρία του σπιτιού και τα τέσσερα παιδιά πλάγιασαν σε μια εσοχή που σχηματίζεται στην πλευρά του ενός από τους τοίχους.

Μερικά τμήματα από μαρμάρινες κολώνες βρίσκονται διάσπαρτα και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ένας ή περισσότεροι ναοί πρέπει σε κάποιο χρονικό διάστημα να υπήρχαν εδώ ή στην άμεση γειτονία, κάθε σπίτι στο χωριό, (που μπορεί να περιέχει περίπου διακόσια) έχει στην οροφή του μέρος μιας λευκής μαρμάρινης στήλης, που οι κάτοικοι χρησιμοποιούν για να πατάνε τις στέγες τους, οι οποίες είναι επίπεδες και αποτελούνται από πέτρα σπασμένη σε πολύ μικρά κομμάτια κολλημένα μαζί με πηλό.

Βρέθηκαν επίσης πολλά λεπτά μάρμαρα τα οποία τα κτίρια είχαν στις προσόψεις τους. Ο οδηγός μας είπε, ότι σε μικρό χρονικό διάστημα πριν, είχε δει στην Παληάπολη ένα θραύσμα μιας ελληνικής επιγραφής, που περιέχει το όνομα Αλέξανδρος. Δεν μπορέσαμε, ωστόσο, να το βρούμε, αλλά είδαμε στο χωριό άλλο, που χρησιμοποιούνταν στην εστία του καφέ.Το 1821 ο πληθυσμός της Samendrek ανερχόταν σε τρεις χιλιάδες διακόσιους, αλλά, κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους, παρακινημένοι από κάποιους ταραξίες κακοποιούς από τα Ipsera (Ψαρά) εξεγέρθηκαν κατά της κυβέρνησης, και ο Muhammed Bey Selihtar που απεστάλλη για να κατευνάσει την εξέγερση, σκότωσε τους περισσότερους και τους υπόλοιπους τους μετέφερε ως κρατούμενους. Τα σπίτια επίσης κάηκαν, και τα κοπάδια μεταφέρθηκαν μακριά.

Λίγο καιρό μετά, το νησί πάλι κατοικήθηκε και η ευημερία για κάποιο χρόνο επικράτησε. Μέχρι που ομάδες από χριστιανούς Αρβανίτες, με την αμοιβή της ελληνικής κυβέρνησης, εισέβαλαν στο νησί, σκορπώντας τον θάνατο και την ερήμωση γύρω. Και μόνο κατά τα τελευταία δύο ή τρία χρόνια το νησί έχει απελευθερωθεί από τις καταστροφές τους. Ο πληθυσμός ανέρχεται, επί του παρόντος, σε χίλια άτομα, οι οποίοι εμφανίζονται ικανοποιημένοι, αν και φτωχοί, γιατί είμαι βέβαιος ότι αγαθά που κοστίζουν δέκα λίρες δεν θα βρούν εδώ αγορά. Έχουν κοπάδια και καλλιεργούν περισσότερο κριθάρι από ό, τι είναι αρκετό για εγχώρια κατανάλωση. Το πλεόνασμα, μαζί με μια σημαντική ποσότητα τυριού το εξάγουν στο Kara-gach στη Θράκη, και παίρνουν παστωμένα ψάρια και υφάσματα. Τα έσοδα ανήκουν στον Capudan Pasha (ο αρχιναύαρχος του Οθωμανικού στόλου), ο οποίος τους αφήνει επτά ή οκτώ χιλιάδες γρόσια, (από 70 - 80 κιλά.) Ο Sheikh El Islam (Σεϊχουλισλάμης - ανώτατο θρησκευτικό αξίωμα των Οθωμανών) τους μισθώνει προς το παρόν. Τα προϊόντα της γης τα πληρώνει το ένα όγδοο, και κάθε πρόβατο τριάντα παράδες, (τα τρία τέταρτα της πιάστρας.) Οι κάτοικοι είναι αρκετά ικανοποιημένοι με την τουρκική κυβέρνηση, και απέχουν πολύ από το να αγωνιούν να αποτελούν τμήμα του βασιλείου της Ελλάδας, γνωρίζοντας ότι εάν το έκαναν θα έπρεπε να πληρώσουν πέντε φορές περισσότερο απ’ότι σήμερα. Τα ψάρια αφθονούν στα ανοικτά των ακτών, αλλά δεν υπάρχουν ψαράδες…...»
Την ικανοποίηση των Σαμοθρακιτών με την κυβέρνηση που μας λέει ο TEMPLE πρέπει να την αποδώσουμε στη σχετική αυτονομία που είχε η Σαμοθράκη. Σύμφωνα με τον Ι. Δραγούμη:
«οι δημογέροντες μαζί με το δεσπότη δικάζουν οικογενειακές και κληρονομικές διαφορές συμβιβάζουν και άλλες ιδιωτικές διαφορές και αποφασίζουν για τα κοινά συμφέροντα. Επιτρόπους, εφόρους και δημογέροντες, τους εκλέγει ο λαός κάθε δυο τρία χρόνια σε γενική συνάθροιση, γιατί αυτός ξέρει καλλίτερα τους καλούς και τους άξιους για να κυτάζουν τα συμφέροντα του τόπου και ο δεσπότης επικυρώνει μονάχα την εκλογή. Δημογέροντες είναι είτε οι ίδιοι οι έφοροι και επίτροποι μαζί είτε και άλλοι. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την κοινότητα σε κάθε περίσταση, συμφωνούν το δάσκαλο και τη δασκάλα και ο δεσπότης μονάχα επικυρώνει το διορισμό, συνάζουν τα κοινοτικά χρήματα, πληρώνουν μισθούς σε καντηλανάφτες, ψάλτες και δασκάλους, βάζουν δραγάτες και δασοφύλακες, σαν είναι ανάγκη, φροντίζουν τους δρόμους τους κοινοτικούς, τα υδραγωγεία, τα νεκροταφεία, τις βρύσες, κυτάζουν τα κοινοτικά χτήματα, οικόπεδα και σπίτια, που τα εισοδήματα τους χρησιμεύουν πάλι για τις κοινοτικές ανάγκες.»
Βέβαια παρά την όποια αυτονομία οι Σαμοθρακίτες δεν έπαυαν να αντιμετωπίζουν την σκληρότητα του επικυρίαρχου. Ο Ίων Δραγούμης μας λέει ότι
«στα 1855 βρέθηκε κάποιος πολύ σκληρός μουντίρης και χριστιανομάχος, καθώς τον έλεγαν οι νησιώτες, ο Χουσεΐν - εφέντης. Δε θα κατάφερναν, φαίνεται, να τον ξεφορτωθούν αλλοιώς οι Σαμοθρακίτες, και αποφάσισαν και τον ξεμπέρδεψαν».
Δεν μας λέει βέβαια πως τον «ξεμπέρδεψαν» και πως το πήραν οι Τούρκοι.
Εκτός όμως από τους καταχτητές οι Σαμοθρακίτες είχαν να αντιμετωπίσουν και τα φυσικά φαινόμενα. Το νησί τους όπως είναι γνωστό ζει με τους σεισμούς, καθόσον είναι πάνω στο ρήγμα το λεγόμενο της Ανατολίας. Στις 6-8-1860 μας πληροφορεί ο Α. Χρηστομάνος ότι έγινε σεισμός τόσο ισχυρός, που έκανε τη Ζγοράφα (Λαδόξερα) να κινείται πέρα δώθε.
Επίσης ο Μ. Μελιρρύτος μας λέει ότι:
«Εν τη νήσω Σαμοθράκη εγένετο τω 1868 τρομερά πυρκαϊά, και κατεκάησαν 15,000 ελαιοδένδρων των πτωχών κατοίκων, εξ απροσεξίας καιόντων κάμινον ανθράκων.»
Τέλος με έκπληξη είδαν οι Σαμοθρακίτες το ξεχασμένο από τον κόσμο νησί τους να γίνεται επίκεντρο των ξένων αρχαιολογικών αποστολών που με το πρόσχημα να μελετήσουν και να ανακαλύψουν τους αρχαιολογικούς χώρους κατακλέψανε τις αρχαιότητες:
Το 1854 ο Blau και ο Schlottman επισκέφτηκαν το νησί και σχεδίασαν το πρώτο χάρτη με τα ερείπια.
Τον Απρίλιο του 1863, ο Γάλλος υποπρόξενος στην Αδριανούπολη και ερασιτέχνης αρχαιολόγος Charles Champoiseau, ανακάλυψε την περίφημη Νίκη. Ενώ έσκαβαν σε μια χαράδρα στις 15 Απριλίου του 1863, στα βόρεια του νησιού, ένας Έλληνας εργάτης φώναξε στον Champoiseau «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!» - ήταν η μισή Νίκη της Σαμοθράκης. Ο Champoiseau ήρθε αμέσως σε επικοινωνία με τον πρέσβη της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη και εκείνος φρόντισε η Τουρκία να δώσει έγκριση για να αποπλεύσει γαλλικό πολεμικό πλοίο και να φορτώσει τη Νίκη της Σαμοθράκης για τη Γαλλία. Το άγαλμα έφτασε στο Λούβρο στις 11 Μαϊου του 1864 και δύο χρόνια μετά εκτέθηκε για πρώτη φορά μετά τις απαραίτητες εργασίες - χωρίς όμως ακόμα να μπορούν να εκθέσουν το επάνω μέρος τους κορμού και τα φτερά. Η πλώρη ανακατασκευάστηκε από τα υπολείμματα μαρμάρου στην περιοχή από τον Champoiseau το 1879 και συναρμολογήθηκε επιτόπου προτού μεταφερθεί στο Παρίσι.
Μετά τον Champoiseau ακολούθησαν δυο ακόμα γαλλικές αποστολές το 1866 και το 1891 με παράλληλη μεταφορά στο Παρίσι αρχιτεκτονικών μελών, επιγραφών και των τεμαχίων του πλοίου πάνω στο οποίο έστεκε η Νίκη.
Συστηματικές όμως ανασκαφές έκανε και ο Γερμανός αρχαιολόγος Alexander Christian Leopold Conze το 1873 και 1875. Τότε αποκαλύφθηκε το Πρόπυλο του Πτολεμαίου Β΄, η Στοά και τμήματα από το ιερό, το Τέμενος και η Θόλος της Αρσινόης. Πολλά αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Άλλα αντικείμενα χάθηκαν στο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη και όσα έφτασαν εκεί, ανάμεσα στα οποία και κομμάτια από τη ζωφόρο του Προπύλου του Πτολεμαίου Β΄, φυλάσσονται στο Μουσείο της.
Τα χρόνια εκείνα ο Ηπειρώτης Ιατρός Μ. Μελίρρυτος ο οποίος εκείνη την εποχή διαβιούσε στην Μαρώνεια εξέδωσε το βιβλίο του «ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΥΠ’ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΈΠΟΨΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΣΩΣΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ 1871» από το οποίο δεν μπορούσε να λείπει φυσικά η Σαμοθράκη που ανήκε εκκλησιαστικώς στη Μητρόπολη Μαρωνείας:
«Η νήσος Σαμοθράκη (τουρκ. Σεμενδρέκ), Σαμοθρηϊκη και Σάμος θρηϊκη, νήσος του Αιγαίου πελάγους, αντίκρυ των παραλίων της Θράκης, και απέναντι των εκβολών του Έβρου ποταμού. Αρχαιόθεν Δαρδανία και Λευκωσία, 5 1/2 μίλια απέχουσα της Αίνου, και 1 3/4 περίπου τετραγωνικά μίλια έκτασιν έχουσα. Οι κάτοικοι εισι χριστιανοί όλοι του ανατολικού δόγματος• κατοικούσι σήμερον μόνον εις εν χ ω ρ ί ο ν όλοι, συγκροτούμενον εκ 500 οικιών, μίας εκκλησίας και ενός σχολείου αλληλοδιδακτικού. Το χωρίον απέχει του παραλίου μίαν ώραν. Η νήσος αύτη εκκλησιαστικώς σήμερον ανήκει εις την επαρχίαν Μαρωνείας (Προ οκτώ ετών η νήσος αύτη ήτον υπό την δικαιοδοσίαν του Καδδή της Μάκρης -ότε η Μάκρη ήτο Μουδουρλίκι και είχε και Καδδήν- ήδη δε επέρασεν είς την δικαιοδοσίαν του Καδδή Τενέδου και Δαρδανελλίων), ή ονομασία Σαμοθράκη λέγεται ούτω, ή διότι, είναι σιμά (πλησίον) της Θράκης, ή θα είναι αποικία Σαμίων, εις την πλησίον της Θράκης νήσον ταύτην. Οι Κάτοικοι αυτής Έλληνες ενασχολούνται επί πολύ εις την κτηνοτροφίαν, μελισσουργίαν, και ελαιοφυτείαν, ούσα επί πολύ ορεινή και κεκαλυμμένη υπό πυκνότατων και σκιερών δρυμών, ένθα εύρηται επί της ανατολικής αυτής παραλίας η πολίχνη Κάστρον καλουμένη, έχουσα μικρόν λιμένα• οι κάτοικοι έχοντες περίπου 15 πλοιάρια, ενεργούσι μικρόν εμπόριον αιγοδερμάτων, τυρών εξαισίων (ως αι λεγόμενοι ούρδαι των Ιωαννίνων), και μέλιτος φημιζομένου δια την έξοχον αυτού ποιότητα.Οι Σαμοθρακίται εισι φίλεργοι, τίμιοι, και χρηστοήθεις. ..Οι κάτοικοι έζων επίσης και εκ της ανθρακείας, δια την εξαγωγήν των οποίων δεν επλήρωνον τίποτε φόρον, αν δε ως λέγεται ήδη επιβληθή δέκατον, αφεύκτως παραιτούνται της ανθρακοποιίας, και πιθανώς ν’ αφήσωσιν έρημον την νήσον και να μετοικήσωσιν αλλαχού• διότι, άλλος πόρος ζωής δεν τους έμεινεν• ως ανεφέρθησαν εσχάτως ικετευτικώς εις την Σεβ. Κυβέρνησιν, και είθε ή δικαία των δέησις να γίνη ευπρόσδεκτος! Εις το νότιον μέρος της νήσου υπάρχει γήινος γλώσσα χαμηλή, εκφυομένη από της ξηράς φθάνει μακράν εις το ενδότερον της θαλάσσης υπέρ την μίαν ώραν, και έχουσα πλάτος σχεδόν εν τέταρτον ώρας, εν αυτή υπάρχει και λίμνη αλμυρά, έχουσα βάθος 10 - 15 πήχεων• ή λίμνη αύτη διαιρουμένη προς το εν μέρος δύναται να γίνη αξιόλογος λιμήν περιεκτικός πολλών πλοίων και τότε θα ελλιμενίζονται εν ασφαλεία, εν ω τώρα τα σύρουν εν καιρώ τρικυμίας εις την ξηράν, και πολλά καταποντίζονται και αφανίζονται ξένα τε και εντόπια, και εν έαρι και εν χειμώνι• έκτος δε τούτου και οι πτωχοί αυτής κάτοικοι θέλουν ευπορήσει, και το ταμείον της Σεβ. Κυβερνήσεως θέλει ωφελείσθαι μεγάλως. Η νήσος αύτη το πάλαι εκατοικείτο εις το παράλιον, αλλ’ ένεκα των τότε πειρατικών προσβολών διαφόρων εθνών, μετετέθη ενδότερον μίαν ώραν μακράν του παραλίου. Εν τη νήσω ταύτη, μέχρι της σήμερον, παρατηρητής άξιος λόγου δεν ευρέθη• διατρέφονται εν τη νήσω ταύτη μεγάλοι αγέλαι αιγών ημέρων τε και αγρίων, ως και χοίρων. Εν καιρώ της Ελληνικής επαναστάσεως (1821), οι κάτοικοι καταφυγόντες εις τα υψηλά και κατάσκια όρη της νήσου, και ύστερον απατηθέντες εκ των απατηλών προσκλήσεων του τότε καπετάν - πασά, πάντες οι προύχοντες της χώρας ταύτης απηγχονίσθησαν ή ανιλεώς κατεσφάγησαν• υπάρχουν εν τη νήσω μυριάδες ελαιοδένδρων, όθεν εξάγεται έλαιον και ελαίαι, ως και εν Μάκρη. Υπάρχουσι και θερμαί θ ε ι ο ύ χ ο ι πηγαί, όπου προσπελάζουσι κατ’ Ιούλιον εκ διαφόρων μερών προς ίασιν και θεραπείαν αυτών (ως ποτε εν τη αρχαιότητι δια να μυηθώσι τα μυστήρια των Καβείρων); Υπάρχουν έτι και ψυχραί μεταλλικαί πηγαί άλλης φύσεως προς τον αυτόν σκοπόν. Το χωρίον απέχει από τάς Ιαματικός ταύτας πηγάς ώρας 3, αι δε ιαματικαί πηγαί απέχουν της θαλάσσης εν τέταρτον της ώρας. Υπάρχει εν μετόχιον Ιβηριτικόν του αγίου όρους του Άθωνος εν τη νήσω, το οποίον έχει αρκετάς κτήσεις και προσόδους. Αι υψηλαί κορυφαί των ορέων της νήσου, εισί και το θέρος έτι χιονοσκεπείς. Επισκέπτονται την νήσον ταύτην οι κατά καιρόν Μητροπολίται άπαξ του έτους κατ’ Ιούλιον μήνα, ιερουργούντες, ευλογούντες και αγιάζοντες, τους χριστιανούς των• προς δέ θεωρούσι και τας τυχόν παρεμπιπτούσας εκκλησιαστικάς υποθέσεις.Η νήσος αύτη διοικείται υφ’ υπαλλήλου του Καϊμακάμη, στελλομένου εκ Δαρδανελλίων και Τενέδου»
Πριν τελειώσει ο 19ος αιώνας για άλλη μια φορά ο εγκέλαδος επισκέφτηκε τη Σαμοθράκη. Τη νύκτα της 28 Ιανουαρίου (9 Φεβρουαρίου) του 1893 η Σαμοθράκη ταρακουνήθηκε για τα καλά από τον εγκέλαδο και ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Χαρίλαος Τρικούπης ζήτησε από καθηγητή Χημείας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών Α. Χρηστομάνο να μεταβεί στη Σαμοθράκη για να καταγράψει το σεισμό προσφέροντας στη διάθεση του το θωρηκτό ΨAΡΑ το οποίο θα μετέφερε επίσης και διάφορα εφόδια προς ανακούφιση των πληγέντων. Από το βιβλίο στο οποίο κατέγραψε ο Α. Χρηστομάνος τις εμπειρίες του από το ταξίδι αυτό και δημοσιεύτηκε το 1899 «Η ΝΗΣΟΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ και Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ (9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ) 1893» πληροφορούμαστε ότι έφθασαν στη χιονισμένη Καμαριώτισσα στις 4/16 Φεβρουαρίου του 1893 όπου συνάντησαν ένα τουρκικό μεταγωγικό ατμόπλοιο στο οποίο επέβαινε νεαρός ανώτερος αξιωματικός και υπασπιστής του Σουλτάνου, εντεταλμένος να διανείμει στους κατοίκους 1000 άρτους, 200 σανίδες 50 οκάδες καρφοβελόνες και 500 οθωμανικές λίρες. Οι τούρκοι μάλιστα ξαφνιάστηκαν μόλις είδαν το ελληνικό θωρηκτό και δεν θέλησαν να διανείμουν τα βοηθήματα που είχαν φέρει ενόσω ήταν το θωρηκτό εκεί.
Ύστερα από κάποιες διαπραγματεύσεις με επιτροπή Σαμοθρακιτών αποτελούμενη απο τον λιμενάρχη και υγειονόμο που μιλούσε ελληνικά, τους πρωεστώτες Κων/νο Καραπαναγιώτη και Χατζή Ευάγγελο Παπαμιχαήλο, δυο ιερείς, τον Δήμαρχο Νικόλαο Φαρδύ, τον διερμηνέα και εισπράκτορα των φόρων της τουρκικής κυβερνήσεως Ιωάννη Εμ Μπογιατζή και το δάσκαλο Χρήστο Ρηγόπουλο, βγήκε μια λέμβος από το θωρηκτό στη ξηρά όπου οι ναύτες των «Ψαρών» έστησαν μερικές σκηνές και παρέδωσαν στο Δήμαρχο της Σαμοθράκης 100 σκηνές και 277 σάκους με διπυρίτη.
Ο Χρηστομάνος παρατήρησε ότι η Καμαριώτισσα αποτελούνταν από 6 φτωχικές πηλόκτιστες καλύβες από τις οποίες οι πέντε, μεταξύ των οποίων του ζευγαρά, Πέτρου Παπανικολάου, του Αθανασίου Παπαβασιλείου, του καφεπώλου Κωστή Αιβαζή, είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε ο Χηστομάνος και παραθέτει στο βιβλίο του ο σεισμός της Σαμοθράκης εγένετο αισθητός στο Δεδεαγατς, όπου κατέρρευσε μανδρότοιχος, στην Αδριανούπολη, όπου κάποιες παλιές οικίες κατέρρευσαν πολλές δε άλλες λιθόκτιστες βλάφθησαν, μεταξύ των οποίων και ο καθολικός ναός του Αγίου Αντωνίου, του οποίου σχίσθηκε ο κυκλικός θόλος του, επίσης τα Δαρδανέλλια, τη Λήμνο, τη Σάμο, την Ίμβρο, σε ένα χωριό της οποίας κατέρρευσαν 30 περίπου οικίες, σε μέρος της Μυτιλήνης και της Χίου, στον Τσεσμέ και στο ανατολικό μέρος της Θάσου. Την ώρα του σεισμού σεισμικό κύμα ενός μέτρου έπληξε την παραλία του Δεδεαγατς σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σαμοθρακίτη καφετζή Νικολάου Χρυσοστόμου που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο Δεδεαγατς.
Στα Λουτρά όλος ο συνοικισμός που αποτελούνταν από 40 μικρές οικίες κατέρρευσε καταπλακώνοντας μάλιστα τον Τριαντάφυλλο Κάνο με το παιδί του.
Από τον έλεγχο των 600 οικιών της Σαμοθράκης ο Χρηστομάνος διαπίστωσε ότι οι 52 κατέπεσαν ακαριαίως, 300 - 350 κατέστησαν ακατοίκητοι και μόνο 80-100 που ήταν κτισμένες με πλίνθους και λίθους παρέμειναν σώες.
Έκανε μάλιστα αυτοψία στις κατεστραμμένες οικίες των Ανδρέα Μαυρογλώσση, Νικολάου Καρελή, Αποστόλου Τσιγγέλια, Λασκαρίνας Αράξενας, Γ. Μανιώτη, Μανωλούδη Σάββα για να διαπιστώσει τη φορά και το μέγεθος του σεισμού.
Τους Σαμοθρακίτες μας τους περιγράφει με τα καλύτερα λόγια:
«Οι Σαμόθρακες είναι φίλεργοι και φιλομαθείς, εκπατριζόμενοι δε ευδοκιμούσιν ως οι Μυτιληναίοι, οι Κυνουριείς και οι Καλαβρυτινοί, είναι αφελείς και ευθύμου διαθέσεως, επιτήδειοι δε και επιχειρηματίαι. Ειρηνικοί ως η παραδοσιακή των νήσος, αποφεύγουσι τας βιαιοπραγίας και αν ποτέ συμβή εν τη μικρά αυτών κοινωνία να διαπραχθή έγκλημα τι, το ενθυμούνται άπαντες και το διηγούνται μετ’ αποστροφής. Εκείνο δε, όπερ μοι προυξένησε την μεγίστην αίσθησιν, είναι ότι οι Σαμόθρακες είναι γνήσιοι Έλληνες κατά τε τον χαρακτήρα, το παράστημα και την γλώσσαν. Είδον άνδρας υψηλούς και ωραίους, δολιχοκέφαλους, κανονικάς χείρας και εκφραστικήν φυσιογνωμίαν έχοντας. Και αυτοί οι ιδιωματισμοί της γλώσσης είναι γνησίως ελληνικοί, αι παραφθοραί σπάνιαι, η προφορά άμεμπτος και ενίοτε παρεισφρύουσιν εις τον διάλογον λέξεις, αρχαίαι ή βυζαντιναί, διατηρηθείσαι εν τη μικρά, αποκεκλεισμένη και εστερημένη σχεδόν πάσης επιμιξίας νήσω ταύτη. Η τουρκική γλώσσα είναι άγνωστος εν Σαμοθράκη και μόνον οι αλιείς και ναυτιλλόμενοι γνωρίζουσιν αυτήν και ξένων γλωσσών φράσεις. «Λαβέ» μοι είπε νεανίς, προσενεγκούσα μοι φύλλα βασιλικού, «Λαβέ το φέγγος» είπεν ενώπιον μου παις τις, ζητών νόμισμα πεσόν υπό την τράπεζαν του καφετζή της Καμαριωτίσσης. «Γνωρίζετε το ίππασμα;» με ηρώτησεν ο αγωγιάτης μου. Αφελείς και ρεμβαστικοί, γνωρίζουσιν ουχ ήττον το συμφέρον των και ειμί βέβαιος ότι οι Σαμόθρακες εκπατριζόμενοι ευδοκιμούσιν εν μέσω μέιζονος κοινωνίας.» Το γραφικώτατον πανόραμα υπενθυμίζει την πόλιν της Σύρου. Οι 600 περίπου ως επί το πλείστον μονώροφοι και ισόγειοι οικίσκοι ποικίλων χρωμάτων, χιονοσκεπείς εισέτι εκ του προ τινων ημερών χειμώνος, με τα ανακλώντα το υπέρυθρον φως των ακτίνων του δύοντος ηλίου παράθυρα, φαίνονται ωσεί εκτισμένοι ο είς επί του άλλου εις πολλαπλάς οριζόντιας σειράς. Ολίγαι στεναί και λίαν κατωφερείς οδοί, ως οι διάδρομοι των αμφιθεάτρων, άγουσιν εκ των υψηλοτέρων οικιών εις τας το εις βάθος της κοιλάδος ευρισκομένας, αφ’ετέρου δε συγκοινωνούσιν αι οικίαι, ως τα της αυτής οριζοντίας σειράς εδώλια των αμφιθεάτρων, δι’ημικυκλικών και συγκεντρικών οριζοντίων οδών. Απέναντι του Τουργλού εις το κέντρον του ανατολικού μαχαλά του Αγ. Νικολάου κείται η διώροφος κυανοβαφής οικία μετ’ εξώστου του Δημάρχου, ολίγον δε υψηλότερον παρά το ρεύμα το λιθόκτιστον αλληλοδιδακτικόν σχολείον, ένθα ο δημοφιλής διδάσκαλος Χρήστος Ρηγόπουλος μοι επέδειξε τα πτωχικά, αλλ’ουχ ήττον εν παραδειγματική τάξει διατελούντα και δια χαρτών και πινάκων δωμάτια των παραδόσεων.»
Τέλος για τα Θέρμα και τα ιαματικά λουτρά μας λέει τα ακόλουθα:
«Τούτου ένεκα καλείται το μέρος τούτο με τας 30 - 40 περίπου καλύβας του στα Θερμά ή Θέρμαι, κατοικείται δε μονίμως υπό τινων ανθρακέων και αλιέων, το δε θέρος και ιδία τον μήνα Ιούλιον μεταναστεύουσιν ενταύθα εκ Σαμοθράκης και εκ Δεδεαγάτς πλείστοι θαμώνες των λουτρών. Μακρόθεν ήδη καθίσταται αισθητή θύμου προόδου των λοιπών νήσων του Αιγαίου. Οι κάτοικοι είναι λιτοί και πτωχοί και άνευ αξιώσεων, καλλιεργούσι σχετικώς ολίγους αγρούς επί της βορειοδυτικής παραλίας, την ελαίαν επί της μεσημβρινής ακτής και αγνοούσι σχεδόν την αμπελουργίαν. Κέκτηνται 15 - 20 ιστιοφόρα πλοιάρια αλιευτικά, κατασκευάζουσιν άνθρακας και αλιεύουσι σπόγγους το θέρος. Συγκοινωνούσι μετά του λοιπού κόσμου σχεδόν αποκλειστικώς μόνον δια του Δεδεαγάτς.»
Ο σεισμός πιθανόν να κατέστρεψε το Ελληνικό σχολείο γιατί στο οθωμανικό Λεξικό της Ιστορίας και της Γεωγραφίας του Ali Cevad, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1895 «Memalik-i Osmaniye’nin Tarih ve Coğrafya Lügatı» βρίσκουμε την πληροφορία ότι «το χειμώνα άνοιξε ένα ελληνικό σχολείο.».-
Λίγο πριν φύγει ο 19ος αιώνας ο δημοσιογράφος Γ. Π. Παρασκευόπουλος στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1898 στην Αθήνα με τίτλο «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑ ΤΗΝ ΡΩΣΣΙΑΝ, ΡΟΥΜΑΝΙΑΝ, ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΝ, ΣΕΡΒΙΑΝ, ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΝ, ΤΟΥΡΚΙΑΝ, ΣΑΜΟΝ, ΚΡΗΤΗΝ, ΚΥΠΡΟΝ, ΑΙΓΥΠΤΟΝ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΝ» γράφει για τη Σαμοθράκη:
«Ωοειδής νήσος και ονομάζεται Σαμοθράκι κοινώς, είνε δε νήσος ξηρά το πλείστον, έχουσα υψίστην κορυφήν τον Άγιον Ηλίαν ή Φεγγάρι. Ουδείς λιμήν διακόπτει τας αποτόμους ακτάς της Σαμοθράκης, εις τινά δε των πρανών μερών αυτής καλλιεργούνται επιτυχώς τα σιτηρά υπό των μόλις δισχιλίων και πεντακοσίων Ελλήνων κατοίκων. Μεταξύ των ευαρίθμων αυτής οικισμών πρωτεύει το Κάστρον, ονομασία κοινή παρα τοις κατοίκοις των Σποράδων τούτων, έχουσα πιθανώτατα την αρχήν της εις τα οχυρά πολίσματα της εποχής της πειρατοκρατίας.»
Τα χρόνια περνούν και μπαίνει ο 20ός αιώνας. Είναι γνωστό ότι ο Ι. Δραγούμης, ως υποπρόξενος στο Δεδεαγατς στα 1906 επισκέφτηκε τη Σαμοθράκη, που τόσο πολύ τον καταγοήτευσε γ’αυτό της αφιέρωσε ένα βιβλίο του με τίτλο «ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ». Σε αυτό το βιβλίο μεταξύ άλλων μας λέει για το διορισμένο Μουντίρη στη Χώρα ο οποίος κάθεται:
«στο ξεχαρβαλωμένο κάστρο των Γενοβέζων, έχει και έναν υποτελώνη - λιμενάρχη και ένα λοχία με τέσσερεις χωροφύλακες για την ασφάλεια τάχα του νησιού. Από τους χωροφύλακες δυο είναι Αρβανίτες και οι άλλοι δυο Σαμοθρακίτες. Ο Μουντίρης δεν ανακατεύεται στα νησιωτικά πράματα παρα μόνο αν τύχη και γίνη κανένας καυγάς με μαχαιρώματα είτε όταν παρασκοτίση τον τόπο κανένας κατσικοκλέφτης ή όταν χρειαστή να βοηθήση το δημόσιον εισπράχτορα, που έρχεται πότε πότε από τη Ρούμελη για να πάρη τα βασιλικά δοσίματα. Όταν είναι παρα πολύ άγριος ο μουντίρης, ενεργούν οι νησιώτες με πλάγια μέσα, προ πάντων με χρήματα και τον βγάζουν ... Οι Σαμοθρακίτες πληρώνουν ταχτικά στους Τούρκους κοντά στ’άλλα δοσίματα και φόρο για τους δρόμους, μα ο μόνος δημόσιος δρόμος της Σαμοθράκης, που με τα πόδια τον παίρνεις για μιαν ώρα μονάχα και πάει από τη Χώρα ως την Καμαριώτισσα, μισοτελειωμένος, καθώς ήταν, αφέθηκε, αυλακώθηκε και χάλασε. Βέβαια ούτε οι Τούρκοι, μα ούτε οι Σαμοθρακίτες οι ίδιοι θα τον αποτελειώσουν ούτε θα τον σιάξουν ποτέ τους. Από κείνο το δρόμο κατέβηκα με τ’άλογο στην Καμαριώτισσα. Λιμάνι ο τόπος δεν έχει, αλλά με τη νοτιά το πιο σίγουρο αραξοβόλι είναι η Καμαριώτισσα και αυτού αράζουν και από κει σαλπάρουν τα καΐκια της Ρούμελης και της Σαμοθράκης. Άμα φυσά βοριάς δυνατός, ξεσέρνουν τα καράβια τους οι νησιώτες στην αμμουδιά. Δεν είναι ναυτικοί οι Σαμοθρακίτες. Λιγοστά είναι τα καΐκια τους και οι ψαράδικες οι βάρκες μετρημένες. Ατμόπλοιο σπάνια φουντάρησε στην Καμαριώτισσα. Ένα εκκλησάκι, μερικά καλυβόσπιτα και δυο τρεις αποθήκες είναι τα μόνα χτίρια που βλέπεις εκεί. Στις αποθήκες φυλάγουν τα προιόντα του νησιού, που θα βγούν στα ξένα, ελιές, απίδια, κορόμηλα, μυζήθρες, και τις πραμάτειες, που φέρνουν στο νησί τα καΐκια, σαπούνι, ζάχαρη, καφέ, νήματα. Φέρνουν και κρασί, γιατί το νησί δεν έχει παρά λίγα αμπέλια. Δεν είναι πολλά χρόνια που έφερναν και ντομάτες από τη Θράκη, γιατί οι νησιώτες δεν είχαν συλλογιστή να φυτέψουν ντομάτες. Σε μια από τις αποθήκες μπροστά καθόταν η γριά μητέρα ενός προεστού, που είχε κατεβή στο περιθαλάσσιο για δροσιά. Μου ευχήθηκε κατευόδιο και με την ευχή της μπήκα κατά τις δέκα το πρωί σ’ένα σαμοθρακίτικο καΐκι και ξεκινήσαμε με τα κουπιά. Σηκώσαμε και τα πανιά, μα το αεράκι ήταν αδύνατο. Μαζί μας ταξίδευαν δυο κεχαγιάδες, που πήγαιναν να δικαστούν στο Δεδεαγατς για κάτι κλεψιές -συνηθισμένα πράματα-, και μια μεσόκοπη αντρογυναίκα Τενεδιά, που καθώς κύταζε μακριά τη θάλασσα, ήταν, έλεγες, η Μπουμπουλίνα.»
Η επανάσταση των Νεοτούρκων και η ανακήρυξη του συντάγματος του 1908 έφερε αναστάτωση στους Σαμοθρακίτες, όπως μας λέει στο βιβλίο του, ο Αχιλλέας Σαμοθράκης, στο Λεξικό Ιστορικόν και Γεωγραφικόν της Θράκης, γιατί αναγκάστηκαν, προκειμένου να αποφύγουν την στρατιωτική θητεία, να ξενιτευτούν στην Αμερική και αλλού.
Και άλλος όμως προξενικός υπάλληλος ασχολήθηκε με τη Σαμοθράκη. Λίγο πριν την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων ο Έλληνας Πρόξενος στην Αδριανούπολη εκείνη την εποχή Κ. Δημαράς σε αναφορά του με τίτλο «Έκθεσις περί εμπορίας, γεωργίας και βιομηχανίας εν τω νομώ Αδριανουπόλεως κατά το έτος 1911, Εν Αθήναις, 1912», γράφει τα εξής για την Σαμοθράκη:
«Εις τον Νομόν Αδριανουπόλεως ανήκει και η νήσος του Αιγαίου πελάγους Σαμοθράκη εις ολίγων μιλίων απόστασιν από της Θρακικής ακτής, υπαγομένη εις το Σαντζάκιον και τον καζάν Δεδεαγατς, από του οποίου απέχει 20 περίπου μίλια. Η Σαμοθράκη είνε νήσος αποκλειστικώς Ελληνική κατοικούμενη υπό (3 - 3700) Ελλήνων (και 3 - 4 τουρκικών οικογενειών). Είναι πετρώδης και ορεινή εν τω κέντρω, αλλ’εν τη παραλία εχει κοιλάδας και μικράς πεδιάδας ευφόρους. Προϊόντα της νήσου είναι δημητριακοί καρποί αλλ’ανεπαρκείς δια την επιτόπιον κατανάλωσιν, έλαιον, σισάμιον, τυρός, δέρματα και μέλι. Η κτηνοτροφία και η ανθρακεία είναι δυο των κυριωτέρων ασχολειών των κατοίκων, ων ένεκα απεψιλώθησαν τα δάση της νήσου. Η κτηνοτροφία θα ήτο περισσότερον ανεπτυγμένη εάν δεν ελυμαίνετο τον τόπον η ζωοκλοπή. Υπό έποψιν συγκοινωνίας η νήσος διατελεί εν πλήρει σχεδόν απομονώσει, διότι ατμόπλοια δεν προσεγγίζουσιν, η δε δι’ιστιοφόρων πλοιαρίων συγκοινωνία εξαρτάται εκ της ιδιοτροπίας των ανέμων.»
Κάπως έτσι ήταν η Σαμοθράκη μέχρι τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Από την πρώτη ημέρα του πολέμου αυτού, ο Ελληνικός στόλος, που ήταν και η κύρια συνεισφορά της Ελλάδος στην Βαλκανική συμμαχία, ανέλαβε ουσιαστική δράση. Υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου: απέπλευσε αμέσως βορειοανατολικά και άρχισε περιπολίες έξω από τα Δαρδανέλια. Ο τουρκικός στόλος, ο οποίος λόγω της παρουσίας του ιταλικού στο Αιγαίο από τον Απρίλιο του 1912 είχε παραμείνει προφυλαγμένος μέσα στα Στενά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει έγκαιρα. Στις 8 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η Λήμνος και άρχισε η μετατροπή του φυσικού λιμανιού της, του Μούδρου, σε ναυτική βάση και ορμητήριο του ελληνικού στόλου. Από τις 6 Οκτωβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου του 1912 μικτά αγήματα του στόλου απελευθέρωσαν, όλα σχεδόν τα νησιά του ανατολικού και βόρειου Αιγαίου. Έτσι στις 17/10/1912 απελευθερώθηκε η Ίμβρος, η Θάσος και ο Άγιος Ευστράτιος και την επομένη η Σαμοθράκη.
Ο Ηλίας Οικονομόπουλος στο δίτομο έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ», που εξέδωσε το 1929 γράφει σχετικά:
«Την 18ην Οκτωβρίου επίσης ο σημαιοφόρος Παναγιώτου, ηγούμενος αγήματος, απέβη εις Σαμοθράκην και κατέλαβε το λιμεναρχείον, εφ’ου ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν με κεκανονισμένας τιμάς. Αφού δε εγκατέστησε φρουράν αυτόθι εξ οκτώ ανδρών, προέβη εις την κατάσχεσιν των εν τη αποθήκη αυτού αντικειμένων και εκ της δεκάτης προερχομένων διαφόρων δημητριακών και λοιπών καρπών. Είτα μετά του υπολοίπου αγήματος κατελήφθη η πόλις της Σαμοθράκης, κατωκημένη από 4 χιλ. Ελληνικών και Οθωμανικών οικογενειών. Ενταύθα ευρέθησαν εξ στρατιώται υπό ένα δεκανέα, οίτινες παρεδόθησαν. Επίσης παρεδόθη εις ανθυπολοχαγός και ο λιμενάρχης. Επι του στρατώνος υψώθη η σημαία. Εν τοις διαφόροις ταμείοις ευρέθησαν 3.400 φράγκα περίπου, άτινα κατεσχέθησαν. Οι κάτοικοι ενθουσιωδώς υπεδέχθησαν το άγημα και συνέταξαν ψήφισμα υπέρ της ενώσεως.»
Όμως η Ελληνική κατοχή της Σαμοθράκης ήταν προσωρινή και έπρεπε να περάσουν ακόμα 11 χρόνια για να εκπληρωθούν τα όνειρα και οι προσδοκίες των Σαμοθρακιτών για ένωση με τη μητέρα πατρίδα. Αυτά τα χρόνια η Σαμοθράκη δέχτηκε πολλούς πρόσφυγες από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη και βρέθηκε πολύ κοντά στο πεδίο των μαχών που ακολούθησαν (εκστρατεία Δαρδανελλίων, βομβαρδισμοί Δεδεαγατς).
Με τη συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913) αμέσως μετά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο η οθωμανική αυτοκρατορία εκχώρησε στις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία, Αυστρία και Ιταλία το δικαίωμα να αποφασίσουν για την τύχη των νησιών του Αιγαίου που της ανήκαν μέχρι τότε, εκτός από την Κρήτη που δόθηκε στην Ελλάδα. Οι δυνάμεις αυτές συγκάλεσαν ειδική διάσκεψη σε επίπεδο πρεσβευτών και στις 1/14 Φεβρουαρίου 1914, κοινοποίησαν στην Ελληνική Κυβέρνηση τις αποφάσεις τους για το Αιγαίο και την Αλβανία, ορίζοντας ότι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα περιέρχονταν στην κυριότητα της Ελλάδας μετά την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Βόρειο Ήπειρο. Και το μεν ζήτημα της Βορείου Ηπείρου ρυθμίσθηκε (Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, 4/17 Μαΐου), με παραχώρηση αυτονομίας στις επαρχίες Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, αλλά η λύση του ζητήματος των νησιών του Αιγαίου συνέχισε να προσκρούει στην άρνηση της Πύλης. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την εκκρεμότητα αυτή άλυτη. Με την Συνθήκη των Σεβρών του 1920, καίτοι το κείμενο αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ γιατί δεν ίσχυσε η συνθήκη, αναγνωριζόταν και πάλι η ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιωτικών συμπλεγμάτων του Αιγαίου πλην Δωδεκανήσου.
Τέλος με την Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, παρόλο που η Τουρκία επέμενε να της παραχωρηθεί η Σαμοθράκη ως αναπόσπαστο τμήμα του αμυντικού συστήματος των Στενών, όλες οι διευθετήσεις που καθόριζαν οι ανωτέρω συμφωνίες και συνθήκες, αποκτούν οριστικό χαρακτήρα και η Σαμοθράκη κατοχυρώνεται στην Ελλάδα, ύστερα από 102 χρόνια μετά τον εθνικό ξεσηκωμό και τη σφαγή στην τοποθεσία «ΕΦΚΑΣ».
ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΑΛΕΠΑΚΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ


ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. RECORDS OF TRAVELS IN TURKEY, GREECE AND A CRUISE IN THE BLACK SEA WITH THE CAPITAN PASHA IN THE YEARS 1829, 1830 AND 1831, Adolphus Slade
2. TEMPLE TRAVELS ΙΝ GREECE AND TURKEY BEING THE SECOND PART OF EXCURSIONS IN THE MEDITERRANEAN IN TWO VOLUMES. VOL. I. LONDON SAUNDERS AND OTLEY, CONDUIT STREET, 1836, SIR GRENVILLE TEMPLE
3. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΥΠ’ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΈΠΟΨΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΣΩΣΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ» του Μ. Μελιρρύτου που εκδόθηκε το 1871
4. «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», ένθετο εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 4-9-1994
5. Theoi Megaloi: the cult of the great gods at Samothrace, Τόμος 96, Susan Guettel Cole
6. Η ΝΗΣΟΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ και Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ (9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ) 1893», Α. Χρηστομάνου εκδ.ΕΣΤΙΑ 1899.
7. «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ ΑΝΑ ΤΗΝ ΡΩΣΣΙΑΝ, ΡΟΥΜΑΝΙΑΝ, ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΝ, ΣΕΡΒΙΑΝ, ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΝ, ΤΟΥΡΚΙΑΝ, ΣΑΜΟΝ, ΚΡΗΤΗΝ, ΚΥΠΡΟΝ, ΑΙΓΥΠΤΟΝ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΝ» Γ. Π. Παρασκευόπουλος, 1898
8. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική. εκδ.ΜΕΛΙΣΣΑ
9. «Memalik-i Osmaniye’nin Tarih ve Coğrafya Lügatı» Ali Cevad, 1895
10. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, Ι Δραγούμη
11. «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» Ηλία Οικονομόπουλου, 1929
12. Φωτογραφικό αρχείο Γ.Αλεπάκου.-